Στάση αναμονής τηρεί προς το παρόν η Ρωσία για το νευροτοξικό παράγοντα τύπου Νοβιτσόκ που βρέθηκε στο δείγμα αίματος του Αλεξέι Ναβάλνι.

Ο εκπρόσωπος της Γερμανίδας καγκελάριου Άνγκελα Μέρκελ, Στέφεν Ζάιμπερτ, δήλωσε πως ο Ρώσος πολιτικός δηλητηριάστηκε. Η Μόσχα, απαντώντας στους γερμανικούς ισχυρισμούς, ανέφερε πως περιμένει την επίσημη απάντηση του Βερολίνου στο αίτημα του Ρώσου εισαγγελέα.

«Περιμένουμε απάντηση στο αίτημα του γενικού εισαγγελέα της Ρωσίας σχετικά με την κατάσταση γύρω από τον Αλεξέι Ναβάλνι», ανέφερε χαρακτηριστικά το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών.

Εξάλλου, σύμφωνα με τον εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, οι Γερμανοί δεν τους έχουν ενημερώσει ακόμα για τα συμπεράσματά τους σχετικά με τη «δηλητηρίαση» του 44χρονου ηγέτη της αντιπολίτευσης. «Η Ρωσία δεν έχει λάβει τέτοιες πληροφορίες», αρκέστηκε να δηλώσει.

Το γερμανικό ΥΠΕΞ σκοπεύει να ενημερώσει το Ρώσο πρεσβευτή στο Βερολίνο, Σεργκέι Νετσάεφ, για τα αποτελέσματα των εργαστηριακών αποτελεσμάτων. «Το ομοσπονδιακό υπουργείο Εξωτερικών της Γερμανίας θα ενημερώσει το Ρώσο πρέσβη για τα αποτελέσματα των δοκιμών», σημείωσε ο Στέφεν Ζάιμπερτ, επιβεβαιώνοντας πως δεν έχει υπάρξει μέχρι στιγμής επίσημη ενημέρωση προς τη ρωσική πλευρά.

Η Γερμανία θα ειδοποιήσει, παράλληλα, τους εταίρους από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, για να επεξεργαστούν μια κοινή απάντηση, «υπό το φως της ρωσικής αντίδρασης».

Ο Αλεξέι Ναβάλνι εξακολουθεί να νοσηλεύεται σε κωματώδη κατάσταση σε νοσοκομείο της γερμανικής πρωτεύουσας. Οι συνεργάτες του στη Ρωσία επέμεναν από την πρώτη στιγμή ότι ο 44χρονος πολιτικός δηλητηριάστηκε σκόπιμα από τις ρωσικές αρχές, κατηγορίες που το Κρεμλίνο απορρίπτει κατηγορηματικά.

Η χρήση του Νοβιτσόκ, πάντως, παραπέμπει στην υπόθεση του Σεργκέι Σκριπάλ, του Ρώσου πρώην πράκτορα που δηλητηριάστηκε μαζί με την κόρη του, Γιούλια, επί βρετανικού εδάφους το 2018. Το Νοβιτσόκ έχει περιγραφεί ως ένα από τα πλέον θανατηφόρα χημικά όπλα που έχουν αναπτυχθεί ποτέ. Η ουσία, που σημαίνει «νεοφερμένος» ή «νεοσύλλεκτος» στα ρωσικά, αναπτύχθηκε για πρώτη φορά κρυφά από τη Σοβιετική Ένωση κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου τη δεκαετία του ’80, ως μέτρο αντιμετώπισης των αμερικανικών χημικών όπλων άμυνας.