
Aναλυτές που παρακολουθούν δεδομένα πτήσεων, είναι πεπεισμένοι ότι οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν τα B-2 για να πλήξουν σφοδρά στρατηγικές θέσεις και καίρια σημεία του Ιράν.
Την πληροφορία δημοσιοποίησε ο ιδρυτής της Military Air Tracking Alliance, ομάδας περίπου 30 αναλυτών OSINT που εξετάζουν στρατιωτική και κυβερνητική αεροπορική δραστηριότητα, μέσω στοιχείων παρακολούθησης πτήσεων.
Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει επίσημη επιβεβαίωση από Αμερικανούς αξιωματούχους σχετικά με τη χρήση των συγκεκριμένων αεροσκαφών.
Τα B-2 θεωρούνται από τα πλέον προηγμένα στρατηγικά βομβαρδιστικά, με δυνατότητα μεταφοράς βαρέων διατρητικών βομβών για την καταστροφή οχυρωμένων ή υπόγειων στόχων.
Αντίστοιχα αεροσκάφη είχαν χρησιμοποιηθεί και σε επιθέσεις κατά ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων στο τέλος του πολέμου μεταξύ Ισραήλ και Ιράν το 2025, σύμφωνα με τις ίδιες αναφορές.
Το Northrop B-2 Spirit, γνωστό και ως Stealth Bomber, είναι ένα αμερικανικό βαρύ στρατηγικό βομβαρδιστικό, το οποίο χρησιμοποιεί τεχνολογία χαμηλής ανιχνευσιμότητας για να διαπερνά πυκνές αντιαεροπορικές άμυνες.
Το αεροσκάφος τύπου «ιπτάμενη πτέρυγα» διαθέτει πλήρωμα δύο ατόμων και σχεδιάστηκε από τη Northrop (μετέπειτα Northrop Grumman), με τους Boeing, Hughes και Vought ως κύριους υπεργολάβους. Παράχθηκε την περίοδο 1987-2000 και μπορεί να ρίξει τόσο συμβατικά όσο και θερμοπυρηνικά όπλα, όπως μέχρι και 80 βόμβες Mk 82 JDAM 500 λιβρών ή 16 πυρηνικές βόμβες B83.
#OperationEpicFury #FreeIran
"OPERATION EPIC FURY" BOMBER MISSION
At last, I can confirm that overnight a flight of 4 B-2A "Spirit" bombers flew non-stop from the United States to Iran to attack targets belonging to the regime.I am releasing this information now as the bombers… pic.twitter.com/5mmiU4QXl4
— DefenceGeek 🇬🇧 (@DefenceGeek) March 1, 2026
Η ανάπτυξη του B-2 ξεκίνησε κατά τη διάρκεια του προγράμματος Advanced Technology Bomber (ATB) την εποχή της κυβέρνησης Κάρτερ, η οποία ακύρωσε το πρόγραμμα του βομβαρδιστικού B-1A, καθώς το ATB έδειχνε μεγάλες προοπτικές.
Παρ’ όλα αυτά, οι δυσκολίες κατά την ανάπτυξη προκάλεσαν καθυστερήσεις και αύξηση του κόστους, με αποτέλεσμα το πρόγραμμα να καταλήξει να παράγει μόλις 21 αεροσκάφη, με μέσο κόστος $2,13 δισεκατομμύρια (περίπου $4,04 δισεκατομμύρια το 2023).
Το καθαρό κόστος κατασκευής ανά αεροσκάφος ανήλθε σε $737 εκατομμύρια, ενώ το συνολικό κόστος, που περιλαμβάνει εξοπλισμό, ανταλλακτικά και υποστήριξη, έφτασε τα $929 εκατομμύρια ανά αεροσκάφος.
Το B-2 μπορεί να εκτελεί επιθέσεις από ύψος 50.000 ποδιών (15.000 μέτρα) και έχει εμβέλεια 6.000 ναυτικών μιλίων (11.000 χλμ.) χωρίς ανεφοδιασμό, ενώ με ανεφοδιασμό μπορεί να πετάξει πάνω από 10.000 ναυτικά μίλια (19.000 χλμ.).
Το αεροσκάφος μπήκε σε υπηρεσία το 1997 και αρχικά σχεδιάστηκε για πυρηνικές επιθέσεις, ωστόσο χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά σε μάχες με συμβατικό οπλισμό στον πόλεμο του Κοσόβου το 1999, και αργότερα σε Ιράκ, Αφγανιστάν και Λιβύη.
Η Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ διαθέτει σήμερα 19 ενεργά B-2, καθώς ένα καταστράφηκε το 2008 και ένα ακόμη το 2022.
Το σχέδιο είναι να παραμείνουν σε υπηρεσία μέχρι το 2032, οπότε και θα αντικατασταθούν από το Northrop Grumman B-21 Raider.
Η ανάπτυξη του προγράμματος B-2 ήταν ένα απόρρητο έργο και όλοι οι εμπλεκόμενοι χρειαζόταν ειδική άδεια ασφαλείας.
Στο εργοστάσιο του Pico Rivera στην Καλιφόρνια, όπου κατασκευάστηκαν τα αεροσκάφη, οι εργαζόμενοι ήταν υποχρεωμένοι να τηρούν αυστηρή εχεμύθεια.
Το B-2 εμφανίστηκε δημόσια για πρώτη φορά το 1988 στο εργοστάσιο Plant 42 στην Καλιφόρνια, αλλά η θέαση ήταν περιορισμένη.
Το B-2 σχεδιάστηκε για να πραγματοποιεί βαθιές επιδρομές σε εχθρικά εδάφη, χρησιμοποιώντας τις ιδιότητες της χαμηλής ανιχνευσιμότητας και της υψηλής αεροδυναμικής απόδοσης.
Μπορεί να μεταφέρει οπλισμό έως 40.000 λίβρες (18.000 κιλά), ενώ είναι εξοπλισμένο με προηγμένα συστήματα κατεύθυνσης και οπλισμού, όπως το σύστημα GPS-Aided Targeting System (GATS) και τις βόμβες JDAM.