Παρά την επιδίωξη του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, να τιμηθεί με το Νόμπελ Ειρήνης για τον τερματισμό πολέμων, η απειλή χρήσης της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος έχει γίνει σχεδόν καθημερινό μέσο πίεσης, με στόχο να αναγκάσει το Ιράν να επιστρέψει στη διπλωματία.

Όπως σημειώνει σε ανάλυσή του το CNN, η κανονικοποίηση της βίας θα έπρεπε από μόνη της να αποτελεί μια κόκκινη γραμμή και η επανέναρξη ή ακόμη και η απειλή χρήσης της να μην αντιμετωπίζεται ως μια επιπόλαιη δήλωση.

Ωστόσο, οι ασυνήθιστοι χειρισμοί της κυβέρνησης Τραμπ μπορεί να έχουν πραγματικά αποτελέσματα, ακόμη και απρόβλεπτα, ενώ η προσέγγιση του Αμερικανού προέδρου διαφέρει ξεκάθαρα από εκείνη των προκατόχων του.

Ωστόσο, καθώς το μνημόνιο κατανόησης φαίνεται να καταρρέει και η εκεχειρία να μην μπορεί πλέον να διατηρηθεί, ο Τραμπ μιλά συχνά για την «καταστροφή» του Ιράν σαν να πρόκειται για ένα ακόμη θέμα της επικαιρότητας. Αυτό, σύμφωνα με το αμερικανικό δίκτυο, εγείρει σοβαρά ερωτήματα τόσο για τη χρήση στρατιωτικής ισχύος όσο και για την αξιοπιστία της ως μέσου αποτροπής.

Οι δημόσιες απειλές έρχονται σε αντίθεση με τους κανόνες συμπεριφοράς που αποτελούσαν επί δεκαετίες ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα των Ηνωμένων Πολιτειών. Παρά την έντονη κριτική που έχει δεχθεί η αμερικανική εξωτερική πολιτική τις τελευταίες δεκαετίες, παρέμενε σαφές ότι – τουλάχιστον σε επίπεδο δημόσιας εικόνας – οι ΗΠΑ επιχειρούσαν να τηρούν το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο και να παρουσιάζουν τη χρήση στρατιωτικής βίας ως την έσχατη λύση.

Αντίθετα, ο Τραμπ μιλά για την καταστροφή των υποδομών του Ιράν, με πλήγματα σε γέφυρες και σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής. Κάτι τέτοιο είναι παράνομο και θα μπορούσε να συνιστά έγκλημα πολέμου, όπως επισημαίνουν νομικοί και ειδικοί στο διεθνές δίκαιο.

Οι υποστηρικτές του Τραμπ ενδέχεται να υποστηρίξουν ότι οι ορισμοί αυτοί έχουν ξεπεραστεί και ότι πλέον οι προκλήσεις είναι δοαφορετικές. Ωστόσο, οι κανόνες παραμένουν σαφείς και αμετάβλητοι, την ώρα που ο Τραμπ μιλά με ευκολία για την παραβίασή τους. Όταν ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν πλήττει αντίστοιχους στόχους στην Ουκρανία, η Δύση δικαίως αντιδρά έντονα.

Η απροθυμία των Ηνωμένων Πολιτειών τις προηγούμενες δεκαετίες, να προσφεύγουν εύκολα στη στρατιωτική βία συνέβαλε στη διατήρηση της ισχύος και της αποτρεπτικής αξίας των ενόπλων δυνάμεων. Οι ΗΠΑ ενεπλάκησαν πολλές φορές σε συγκρεούσεις, αλλά εξηγούσαν προσεκτικά τις αιτίες. Η δεύτερη θητεία του Τραμπ κινείται σε στρατηγικές που οι προκάτοχοί του θα απέφευγαν για λόγους αρχής.

Η απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο, τότε προέδρου της Βενεζουέλας, ήταν μια τολμηρή και υψηλού ρίσκου επιχείρηση, η οποία σταδιακά φαίνεται να απέδωσε, καθώς το Καράκας έχει γίνει πιο φιλικό προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ωστόσο, κατέρριψε δύο δεδομένα: πρώτον, τον διεθνή κανόνα που θέλει τους εν ενεργεία αρχηγούς κρατών να μην πέφτουν θύματα απαγωγής μέσα από τη χώρα τους επειδή μια άλλη χώρα τούς θεωρεί ανεπιθύμητους· και δεύτερον, την εικόνα του ειρηνοποιού που προσπαθούσε να χτίσει ο Τραμπ, έπειτα από έναν χρόνο άκαρπων προσπαθειών να τερματίσει τους πολέμους που κληρονόμησε, κυρίως στην Ουκρανία.

Στην περίπτωση του Ιράν, ο Τραμπ φαίνεται τώρα να οδεύει προς τις ενδιάμεσες εκλογές έχοντας πλέον τον δικό του «ατελείωτο πόλεμο». Πρόκειται για μια σύγκρουση με ασαφή αιτιολόγηση, διαρκώς μεταβαλλόμενους στόχους και ολοένα μικρότερη στήριξη στο εσωτερικό, απέναντι σε έναν αντίπαλο με σαφέστερη στόχευση και μεγαλύτερη αντοχή.

Οι όροι της εκεχειρίας ήταν τόσο ασαφείς, ώστε σχεδόν προσκαλούσαν τους σκληροπυρηνικούς του Ιράν να τους παραβιάσουν. Η συμφωνία προέβλεπε ότι το Ιράν θα εγκατέλειπε κάτι που υποστήριζε ότι ούτε διέθετε ούτε επιθυμούσε: το πυρηνικό πρόγραμμά του. Παράλληλα, του προσέφερε ενδεχομένως δισεκατομμύρια δολάρια μέσω των ελαφρύνσεων των κυρώσεων ως αντάλλαγμα για την επιστροφή στην κατάσταση στην οποία η Τεχεράνη ισχυριζόταν ότι βρισκόταν ήδη τον Φεβρουάριο.

Το Ιράν έχει υποστεί σοβαρή φθορά έπειτα από περισσότερα από 13.000 πλήγματα, όμως επέζησε και ανασυγκροτήθηκε, αντί να καταστραφε. Οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες στην αναπλήρωση των αποθεμάτων των πυρομαχικών τους απ’ ό,τι το Ιράν στην αντικατάσταση των στρατηγών του.

Αυτό είναι το εγγενές πρόβλημα της στρατιωτικής ισχύος όταν δεν αξιοποιείται πλήρως. Αποκαλύπτει μέχρι πού είναι διατεθειμένη να φτάσει μια στρατιωτική υπερδύναμη και αναδεικνύει το χάσμα ανάμεσα στις πραγματικές της δυνατότητες και την πολιτική της βούληση να τις χρησιμοποιήσει.

Ο όρος «Forever War» («πόλεμος χωρίς τέλος») καθιερώθηκε για να περιγράψει τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, όπου, παρά τη συντριπτική στρατιωτική υπεροχή και τους τεράστιους πόρους που διέθεσαν οι ΗΠΑ, η Ουάσιγκτον έφτασε τελικά στα όρια της πολιτικής της αντοχής και δεν ήταν πλέον διατεθειμένη να συνεχίσει έναν πόλεμο χωρίς ορατό τέλος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να είχαν κλιμακώσει ακόμη περισσότερο τις επιχειρήσεις, όμως επέλεξαν να μην το κάνουν, παρότι ο στόχος του πολέμου ήταν η εκδίκηση για τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου και η αποτροπή μιας νέας αντίστοιχης επίθεσης.

Το Ιράν, ωστόσο, αποτελεί μια διαφορετική πρόκληση. Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν εξήγησε στο αμερικανικό κοινό γιατί ο πόλεμος αυτός είναι υπαρξιακής σημασίας για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με το CNN, πρόκειται για τον «Coca-Cola Zero πόλεμό» του, έναν πόλεμο που ο Τραμπ φαίνεται να πιστεύει ότι μπορεί να διεξάγει χωρίς να πληρώσει σοβαρό πολιτικό ή άλλο κόστος.

Ο Τραμπ φαίνεται απλώς να αποφάσισε να προχωρήσει στη σύγκρουση, έχοντας πειστεί από τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου ότι υπήρχε ένα παράθυρο ευκαιρίας. Όμως, όπως επισημαίνει η ανάλυση, δεν διέθετε σχέδιο για την επόμενη ημέρα σε περίπτωση κατάρρευσης του ιρανικού καθεστώτος ούτε καν για τις επόμενες δύο εβδομάδες. Η προχειρότητα με την οποία ξεκίνησε ο πόλεμος, υποστηρίζει το άρθρο, εξηγεί και τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται σήμερα.

Το μήνυμα προς τους αντιπάλους των ΗΠΑ, από τη Μόσχα και το Πεκίνο έως κάθε άλλη δύναμη, είναι σαφές: αν η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει τόσο επιπόλαια τη χρήση στρατιωτικής ισχύος, το ίδιο μπορούν να πράξουν και οι αντίπαλοί της.

Παράλληλα, τονίζεται ότι οι καθημερινές απώλειες ανθρώπινων ζωών στο Ιράν είναι από μόνες τους αποτρόπαιες όταν αντιμετωπίζονται με αδιαφορία. Υπενθυμίζεται μάλιστα ότι ακόμη και κατά τους βομβαρδισμούς της Βαγδάτης το 2003, ανώτατοι αξιωματικοί του συνασπισμού είχαν εκφράσει τη θλίψη τους για το μέγεθος της καταστροφής που υφίστατο ένας σαφώς ασθενέστερος αντίπαλος.

Τέλος, η ανθεκτικότητα που επιδεικνύει το Ιράν στη σύγκρουση αποτελεί ακόμη μία υπενθύμιση των ορίων της αμερικανικής ισχύος. Ο Τραμπ μπορεί να απειλεί με χερσαία επιχείρηση για την κατάληψη στρατηγικών νησιών ή με περαιτέρω κλιμάκωση των αεροπορικών επιδρομών. Ωστόσο, κάθε φορά που αυτές οι απειλές δεν υλοποιούνται, η αξιοπιστία τους αποδυναμώνεται και μοιάζουν ολοένα περισσότερο με κενές προειδοποιήσεις.

Υπάρχουν δύο βασικοί παράγοντες που περιορίζουν την αποφασιστικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών και την προθυμία τους να κλιμακώσουν τη χρήση στρατιωτικής βίας.

Ο πρώτος είναι η τιμή του πετρελαίου, η οποία φαίνεται να οδεύει εκ νέου προς επίπεδα κρίσης καθώς τα αποθέματα μειώνονται. Η πορεία των τιμών της ενέργειας αποτελεί πάντοτε έναν ιδιαίτερα ορατό, συχνά προβλέψιμο, αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά ευμετάβλητο παράγοντα που λειτουργεί ως περιορισμός στις αμερικανικές στρατιωτικές επιλογές.

Ο δεύτερος παράγοντας είναι η συνεχής πτώση της δημοτικότητας του ίδιου του Ντόναλντ Τραμπ. Σύμφωνα με την ανάλυση, για έναν 80χρονο πρόεδρο στη δεύτερη και τελευταία θητεία του, η προσωπική του δημοτικότητα ίσως να μην έχει τόση σημασία όσο η παράδοση μιας οικονομίας σε διαχειρίσιμη κατάσταση στον πολιτικό διάδοχο που ο ίδιος θα στηρίξει. Ωστόσο, οι ενδιάμεσες εκλογές θα μπορούσαν να έχουν σημαντικό πολιτικό κόστος για τον Λευκό Οίκο.

Το σκληροπυρηνικό καθεστώς του Ιράν έχει πετύχει μια μορφή νίκης και μόνο επειδή αντέχει και επιβιώνει. Τον Ιανουάριο βρισκόταν αντιμέτωπο με έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια. Είναι απίθανο να έχει γίνει πιο δημοφιλές έκτοτε, όμως δεν έχει κλονιστεί ούτε έχει καταρρεύσει από την πίεση του πολέμου.

Οι Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν και η ιρακινή εξέγερση κατάφεραν να φθείρουν τις Ηνωμένες Πολιτείες με αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς και ανταρτοπόλεμο. Ωστόσο, δεν επρόκειτο για κυρίαρχα κράτη. Το γεγονός ότι το Ιράν, ως οργανωμένο κράτος, κατορθώνει να αντέχει σε μια παρατεταμένη αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ αποκτά, σύμφωνα με την ανάλυση του CNN, πολύ ευρύτερες γεωπολιτικές προεκτάσεις για την εικόνα της αμερικανικής ισχύος και της στρατηγικής της αποφασιστικότητας.

Το Ιράν έχει καταφέρει να διατηρήσει το καθεστώς του σε λειτουργία, παρά τις στοχευμένες δολοφονίες σε πρωτοφανή κλίμακα που έχουν πραγματοποιηθεί τον τελευταίο χρόνο. Παράλληλα, κατάφερε να οδηγήσει τη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη του κόσμου στη χρήση ένοπλης βίας, με στόχο να το εξαναγκάσει να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, προκειμένου τελικά να συζητηθεί μια επιστροφή, σε γενικές γραμμές, στο καθεστώς που επικρατούσε τον Φεβρουάριο.

Όπως επισημαίνει το αμερικανικό δίκτυο, αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα στρατηγικής αποτυχίας και επιπολαιότητας της αμερικανικής πολιτικής, οι συνέπειες της οποίας αναμένεται να γίνουν ολοένα και πιο εμφανείς τις επόμενες δεκαετίες.

Με λίγα λόγια, αν ξεκινάς έναν πόλεμο με τρόπο που δείχνει ότι δεν σε απασχολεί ιδιαίτερα, ο αντίπαλός σου θα θεωρήσει ότι με την ίδια αδιαφορία αντιμετωπίζεις και την έκβασή του.