Τρεις εβδομάδες μετά την εκεχειρία, οι εσωτερικές εντάσεις στο Ιράν επανέρχονται στο προσκήνιο, αποκαλύπτοντας μεγάλες διαφορές ανάμεσα στην πολιτική ηγεσία και τους Φρουρούς της Επανάστασης για τη στρατηγική απέναντι στη Δύση και το πυρηνικό πρόγραμμα.

Στο επίκεντρο βρίσκεται ο πρόεδρος της Βουλής Μοχάμεντ Μπαγέρ Γκαλίμπαφ, ο οποίος δέχεται πιέσεις από σκληροπυρηνικούς κύκλους των IRGC λόγω της συμμετοχής του σε επαφές με τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς.

Υπενθυμίζεται ότι στις 23 Απριλίου, ο πρόεδρος της ιρανικής Βουλής υπέβαλε την παραίτησή του ως μέλος των διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ.

Από την πλευρά της, η υπερσυντηρητική πτέρυγα Paydari απορρίπτει κάθε διαπραγμάτευση, θεωρώντας την επιζήμια, ιδίως όταν περιλαμβάνει το πυρηνικό ζήτημα.

Παρά τις αντιδράσεις, η πλειονότητα του κοινοβουλίου στηρίζει τον Γκαλίμπαφ, γεγονός που δείχνει ότι οι ισορροπίες παραμένουν ρευστές.

Συγκεκριμένα, 261 από τους 290 βουλευτές υπέγραψαν τη Δευτέρα (27/04) δήλωση στήριξης προς τον Γκαλίμπαφ και την ομάδα διαπραγμάτευσης.

Την ίδια στιγμή, η παρατεταμένη απουσία του ανώτατου ηγέτη Μοτζτάμπα Χαμενεΐ εντείνει την αβεβαιότητα, ιδιαίτερα μετά τις πληροφορίες για τον τραυματισμό του σε επιθέσεις που κόστισαν τη ζωή στον Αλί Χαμενεΐ.

«Οι αποτυχημένες συνομιλίες στο Πακιστάν επιδείνωσαν το κλίμα, με την αμερικανική πλευρά και ιδίως τον Ντόναλντ Τραμπ να επισημαίνουν σύγχυση στην ιρανική ηγεσία», αναφέρουν οι New York Times.

Παρά τις δημόσιες δηλώσεις ενότητας από τον πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν, οι διαχρονικές αντιθέσεις μεταξύ σκληροπυρηνικών και μεταρρυθμιστών παραμένουν έντονες.

Κεντρικό αγκάθι είναι η άρση των περιορισμών στα Στενά του Ορμούζ, προϋπόθεση που θέτει η Τεχεράνη για επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων.