Οι γερμανικές Αρχές έχουν στη διάθεσή τους μια μέθοδο που μπορεί να τους επιτρέψει να αποκτήσουν πρόσβαση σε συνομιλίες μέσω WhatsApp, Signal και Telegram χωρίς να χρειάζεται να παραβιάσουν την κρυπτογράφηση των εφαρμογών.

Η τεχνική δεν βασίζεται σε «σπάσιμο» της end-to-end κρυπτογράφησης ούτε στην εγκατάσταση κατασκοπευτικού λογισμικού στο κινητό.

Αντίθετα, αξιοποιεί μια λειτουργία που υπάρχει κανονικά στις ίδιες τις εφαρμογές: τη σύνδεση ενός λογαριασμού με επιπλέον συσκευή.

Σύμφωνα με δημοσίευμα του Cybernews, το οποίο επικαλείται έγγραφα που δημοσιοποίησε το γερμανικό μέσο Netzpolitik, οι Αρχές μπορούν να συνδέσουν στον λογαριασμό ενός χρήστη έναν υπολογιστή που ελέγχουν οι ίδιες.

Από τη στιγμή που η συσκευή εμφανίζεται ως εξουσιοδοτημένη, τα μηνύματα μπορούν να συγχρονίζονται και εκεί.

Η γερμανική Τελωνειακή Υπηρεσία φέρεται να άρχισε να δοκιμάζει τη συγκεκριμένη πρακτική στα τέλη του 2023.

Πώς γίνεται η πρόσβαση

Για να συνδεθεί μια δεύτερη συσκευή, οι Αρχές χρειάζονται αρχικά πρόσβαση στον λογαριασμό του χρήστη.

Σύμφωνα με τα έγγραφα, αυτό μπορεί να επιτευχθεί με διαφορετικούς τρόπους, μεταξύ άλλων με φυσική πρόσβαση στο κινητό, με υποκλοπή κωδικών επαλήθευσης μέσω phishing που έχει εγκριθεί από τις Αρχές ή μέσω υποκλοπής SMS στο πλαίσιο τηλεφωνικής παρακολούθησης.

Στην περίπτωση του Signal, γερμανικές υπηρεσίες ασφαλείας έχουν προειδοποιήσει ότι μια επιτυχής σύνδεση νέας συσκευής μπορεί να επιτρέψει την πρόσβαση ακόμη και σε μηνύματα των προηγούμενων 45 ημερών.

Η συγκεκριμένη πρακτική έχει ήδη χρησιμοποιηθεί σε πραγματικές έρευνες.

Τον Μάρτιο του 2022, η αστυνομία στη Γερμανία φέρεται να συνδέθηκε κρυφά στον λογαριασμό ενός υπόπτου στο Telegram, ο οποίος ερευνούνταν για διακίνηση ναρκωτικών στην Κάτω Σαξονία. Ο ίδιος αντιλήφθηκε την πρόσβαση λίγες ώρες αργότερα, όμως μέχρι τότε οι Αρχές είχαν προλάβει να αντιγράψουν το αρχείο των συνομιλιών του.

Η πρακτική φέρεται να απέκτησε επίσημη υπόσταση τον Αύγουστο του 2025, όταν οι αρμόδιες υπηρεσίες υποστήριξαν ότι η μέθοδος είχε οδηγήσει σε «σημαντικές ερευνητικές επιτυχίες» σε υποθέσεις σοβαρού και οργανωμένου εγκλήματος.

Η υπόθεση του ζευγαριού

Μια ακόμη πιο χαρακτηριστική περίπτωση αφορά ένα ζευγάρι στη Γερμανία το 2020. Οι δύο άνθρωποι δεν θεωρούνταν ύποπτοι, αλλά είχαν παραδώσει τα κινητά τους στις Αρχές ως μάρτυρες σε έρευνα που αφορούσε την κόρη τους.

Όσο οι συσκευές βρίσκονταν στην κατοχή της αστυνομίας, οι Αρχές φέρεται να ενεργοποίησαν κρυφά τη λειτουργία WhatsApp Web και να συνέδεσαν τους λογαριασμούς με υπολογιστή της Ομοσπονδιακής Εγκληματολογικής Υπηρεσίας της Γερμανίας (BKA).

Η συγκεκριμένη σύνδεση μπορούσε να επιτρέψει την παρακολούθηση νέων μηνυμάτων ακόμη και μετά την επιστροφή των κινητών στους ιδιοκτήτες τους, καθώς και την πρόσβαση σε συγχρονισμένες συνομιλίες και επαφές.

Παράλληλα, σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, οι Αρχές μπορούσαν δυνητικά να στέλνουν μηνύματα μέσω WhatsApp εμφανιζόμενες ως οι ίδιοι οι χρήστες.

Η πρόσβαση δεν περιλάμβανε, ωστόσο, τις φωνητικές κλήσεις του WhatsApp, την κάμερα ή το μικρόφωνο του κινητού, ούτε τα συμβατικά SMS και άλλες εφαρμογές της συσκευής.

Στο επίκεντρο της δικαστικής διαμάχης

Η πρακτική έχει προκαλέσει και νομικές αντιδράσεις στη Γερμανία, καθώς τίθεται το ζήτημα του κατά πόσο η μυστική σύνδεση μιας επιπλέον συσκευής αποτελεί μορφή παρακολούθησης.

Όπως αναφέρει το δημοσίευμα, τον Ιανουάριο το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας έκρινε ότι η μυστική πρόσβαση σε συνομιλίες Telegram με αυτή τη μέθοδο συνιστά μορφή παρακολούθησης, απορρίπτοντας προηγούμενη ερμηνεία της σχετικής νομοθεσίας.

Έτσι, η υπόθεση ανοίγει εκ νέου τη συζήτηση για το κατά πόσο οι εφαρμογές με end-to-end κρυπτογράφηση μπορούν να προστατεύσουν πλήρως τις συνομιλίες όταν οι Αρχές αποκτήσουν πρόσβαση στον ίδιο τον λογαριασμό και προσθέσουν μια δική τους εξουσιοδοτημένη συσκευή.