
Δικαστήριο της Βιρτζίνια έκρινε ένοχο τον πρώην πράκτορα της IRS Μπρένταν Μπάνφιλντ για τη δολοφονία της συζύγου του και ενός ακόμη άνδρα μετά από ένα σχέδιο που εκτέλεσε με βοήθεια της νταντάς που είχε γίνει ερωμένη.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο Μπάνφιλντ και η νταντά, Τζουλιάνα Πέρες Μαγκαλάες, αρχικά δημιούργησαν ψεύτικους λογαριασμούς σε ιστοσελίδα φετιχιστικού περιεχομένου, προσποιούμενοι τη σύζυγό του, Κριστίν.
Στη συνέχεια προσέλκυσαν τον Τζόζεφ Ράιαν στο σπίτι της οικογένειας με δέλεαρ ότι η Κριστίν ήθελε να ζήσει την υποτιθέμενη φαντασίωσή της να πέσει θύμα βιασμού και στόχο να τον ενοχοποιήσουν για τη δολοφονία της γυναίκας.
Το έγκλημα εκτυλίχθηκε τον Φεβρουάριο του 2023. Όταν ο Ράιαν έφτασε στο σπίτι της οικογένειας Μπάνφιλντ πίστευε ότι θα συμμετείχε σε μια σε συναινετική αλλά βίαιη σεξουαλική συνάντηση.
Αυτό που δεν γνώριζε, όμως, ήταν ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν επίσης μέσα στο σπίτι και παρακολουθούσε την εξέλιξη της συνάντησης περιμένοντας να επιτεθεί.
Κατά τη δικογραφία ο Μπάνφιλντ μαχαίρωσε επανειλημμένα τη σύζυγό του ενώ στη συνέχεια πυροβόλησε τον Ράιαν όταν εκείνος επιχείρησε να αντιδράσει.
Στη συνέχεια σκηνοθέτησε τη σκηνή του εγκλήματος ώστε ο θάνατος του Ράιαν να εμφανιστεί ως αυτοάμυνα.
Οι αστυνομικοί που έφτασαν στο σπίτι της οικογένειας βρήκαν τον κατηγορούμενο γονατισμένο πάνω από τη σοβαρά τραυματισμένη σύζυγό του, με τα χέρια του στον λαιμό της.
Ο ίδιος τότε ισχυρίστηκε ότι προσπαθούσε να της προσφέρει πρώτες βοήθειες, ωστόσο η εισαγγελία υποστήριξε ότι επρόκειτο για μέρος της προσπάθειας παραπλάνησης των αρχών.
Η κατάθεση της νταντάς-ερωμένης που τον «έκαψε»
Η νταντά κατέθεσε στο δικαστήριο ότι αποφάσισε να συνεργαστεί με τις εισαγγελικές αρχές έναν χρόνο μετά τη δική της σύλληψη, το 2023, δηλώνοντας ότι δεν μπορούσε πλέον να αντέξει το βάρος της ενοχής και της ντροπής.
Όπως περιέγραψε η Μαγκαλάες, άρχισε να εργάζεται και να μένει στο σπίτι της οικογένειας Μπάνφιλντ τον Οκτώβριο του 2021 προσθέτοντας ότι η ερωτική της σχέση με τον εργοδότη της ξεκίνησε τον Αύγουστο του 2022.
Σύμφωνα με την ίδια, λίγο αργότερα ο κατηγορούμενος άρχισε να της εκμυστηρεύεται σχέδια για τη δολοφονία της συζύγου του.
Όπως κατέθεσε, ο Μπάνφιλντ της εξέφραζε την επιθυμία να συνεχίσουν τη ζωή τους μαζί, ενώ παρουσίαζε τη σύζυγό του ως ανεπαρκή μητέρα. Φέρεται επίσης να της έλεγε ότι δεν ήθελε διαζύγιο, ούτε να επιβαρυνθεί με οικονομικές υποχρεώσεις ή με κοινή επιμέλεια της ανήλικης κόρης τους.
Η εισαγγελέας εξήγησε ότι ο κατηγορούμενος – προσποιούμενος τη σύζυγό του – έδωσε στον Ράιαν λεπτομερείς οδηγίες για το τι θα έκανε κατά την άφιξή του στο σπίτι, περιγράφοντας τη συνάντηση ως «απλή και διασκεδαστική».
Για την ημέρα του εγκλήματος η νταντά-ερωμένη περιέγραψε ότι περίμενε στο αυτοκίνητό της τον Ράιαν να έρθει στο σπίτι. Όταν τον είδε ειδοποίησε τον κατηγορούμενο ότι ένας άγνωστος άνδρας είχε εισέλθει στο σπίτι.
Τότε ο Μπάνφιλντ επέστρεψε από κοντινό κατάστημα εστίασης όπου περίμενε και μαζί μπήκαν στο σπίτι από το υπόγειο, αφήνοντας το παιδί χωρίς επίβλεψη, προτού ανέβουν στον επάνω όροφο.
Εκεί, όπως κατέθεσε η Μαγκαλάες, η Κριστίν που ήταν στο υπνοδωμάτιο φώναξε ότι ο άνδρας (σσ. ο Ράιαν) κρατούσε μαχαίρι. Τότε εκείνος γύρισε αιφνιδιασμένος προς το μέρος τους και ο Μπάνφιλντ τον πυροβόλησε.
Όταν, δε, η Κριστίν της ζήτησε να καλέσει τις αρχές, η Μαγκαλάες είπε ότι δεν το έκανε κατόπιν εντολής του κατηγορούμενου, ο οποίος στη συνέχεια άρχισε να μαχαιρώνει επανειλημμένα τη σύζυγό του με την ίδια να κλείνει τα αυτιά της για να μην ακούει τις κραυγές.
Το δικαστήριο έκρινε τον Μπάνφιλντ ένοχο για δύο κατηγορίες κακουργηματικής ανθρωποκτονίας, παραβάσεις που σχετίζονται με τη χρήση πυροβόλου όπλου, καθώς και για έκθεση ανηλίκου σε κίνδυνο, καθώς η κόρη του, ηλικίας τεσσάρων ετών τότε, βρισκόταν στο σπίτι τη στιγμή των εγκλημάτων.
Η ποινή που αντιμετωπίζει είναι ισόβια κάθειρξη με την ανακοίνωση της ποινής να έχει προγραμματιστεί για τις 8 Μαΐου.
Ο εισαγγελέας χαρακτήρισε τις πράξεις του κατηγορουμένου «απάνθρωπες», τονίζοντας ότι «θα πρέπει να ζήσει με τις συνέπειες όσων έκανε για το υπόλοιπο της ζωής του».
Από την πλευρά του ο Μπάνφιλντ κατέθεσε στο δικαστήριο, παραδεχόμενος την εξωσυζυγική σχέση, αλλά αρνούμενος κάθε εμπλοκή στον φόνο της συζύγου του.
Κατά την εκδοχή του κατά καιρούς χώριζαν με τη σύζυγό του και είχαν διαφορετικούς ερωτικούς συντρόφους.