
Απέναντι στο Ιράν, ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, εμφανίζεται αυτή την περίοδο να προτιμά μια πιο συγκρατημένη προσέγγιση, δίνοντας έμφαση στην οικονομική πίεση αντί για άμεση στρατιωτική κλιμάκωση ή έντονες διπλωματικές πρωτοβουλίες.
Ο Ν.Τραμπ υποστηρίζει ότι η αμερικανική στρατηγική βασίζεται στην υπομονή και στην παρακολούθηση της οικονομικής κατάστασης του Ιράν. Όπως έχει δηλώσει, η Τεχεράνη αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα λόγω του υψηλού πληθωρισμού, των περιορισμένων οικονομικών πόρων και των κυρώσεων που έχουν επιβληθεί από την Ουάσιγκτον.
Παρά τη νέα τακτική, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν αποκλείει το ενδεχόμενο νέων αεροπορικών επιθέσεων. Αντίθετα, έχει αφήσει σαφές ότι η στρατιωτική λύση εξακολουθεί να βρίσκεται στο τραπέζι, εφόσον κριθεί απαραίτητο.
Προς το παρόν, όμως, η κυβέρνηση Ν.Τραμπ επιλέγει να αυξήσει το οικονομικό κόστος για την Τεχεράνη μέσω κυρώσεων. Ο ίδιος ο πρόεδρος έχει υποστηρίξει ότι το Ιράν βρίσκεται σε εξαιρετικά δύσκολη οικονομική θέση και ότι διαθέτει περιορισμένες δυνατότητες να διαχειριστεί τις συνέπειες των μέτρων.
Στο επίκεντρο παραμένει και το Στενό του Ορμούζ, μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς για τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως. Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι διατηρεί ισχυρό έλεγχο στην περιοχή, ενώ η Τεχεράνη εξακολουθεί να παρεμποδίζει τη λειτουργία του περάσματος.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η αμερικανική κυβέρνηση ποντάρει στην επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης του Ιράν, θεωρώντας ότι η παρατεταμένη πίεση θα μπορούσε να οδηγήσει την ιρανική ηγεσία σε υποχωρήσεις.
Ο Μάικλ Ο’ Χάνλον του Brookings Institution επισημαίνει ότι το Ιράν δυσκολεύεται να εξάγει πετρέλαιο σε μεγάλες ποσότητες, λειτουργεί υπό αυστηρό καθεστώς κυρώσεων και αντιμετωπίζει περιορισμούς στην πρόσβαση στα κεφάλαιά του στο εξωτερικό. Το ερώτημα, ωστόσο, είναι αν οι οικονομικές δυσκολίες αρκούν για να αλλάξουν τη στάση της ιρανικής ηγεσίας.
Η επιλογή αυτή σηματοδοτεί αλλαγή σε σχέση με την προηγούμενη στάση του Ν.Τραμπ. Τους προηγούμενους μήνες, ο Αμερικανός πρόεδρος εναλλασσόταν μεταξύ απειλών για μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές επιχειρήσεις και δηλώσεων ότι μια διπλωματική συμφωνία με την Τεχεράνη ήταν πιθανή.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η απόφαση για περαιτέρω οικονομική πίεση ενισχύθηκε έπειτα από ενημερώσεις Αμερικανών συμβούλων, οι οποίοι παρουσίασαν στον Ν.Τραμπ στοιχεία για τις επιπτώσεις των κυρώσεων στην ιρανική οικονομία.
Στα τέλη Ιουλίου, η Ουάσιγκτον προχώρησε σε νέες κυρώσεις εναντίον ιρανικών οντοτήτων που συνδέονται με τους Φρουρούς της Επανάστασης, εντείνοντας την πίεση προς την Τεχεράνη.
Την ίδια στιγμή, δημοσιεύματα κάνουν λόγο και για περιορισμούς στα αμερικανικά αποθέματα ορισμένων όπλων και πυραύλων, γεγονός που ενδέχεται να επηρεάζει τις στρατιωτικές επιλογές της Ουάσιγκτον.
Παράλληλα με την οικονομική πίεση, η διπλωματική προσπάθεια φαίνεται να έχει χάσει τη δυναμική της. Οι συζητήσεις για το Στενό του Ορμούζ δεν έχουν οδηγήσει μέχρι στιγμής σε συμφωνία, ενώ ο Ν.Τραμπ έχει περιορίσει τις δημόσιες αναφορές του σε πιθανή διπλωματική λύση.
Η ιρανική πλευρά, από την άλλη, κατηγορεί την Ουάσιγκτον ότι χρησιμοποιεί τις κυρώσεις ως βασικό εργαλείο εξωτερικής πολιτικής και προειδοποιεί πως η συνέχιση της πίεσης μπορεί να περιορίσει ακόμη περισσότερο τις πιθανότητες αποκλιμάκωσης.
Έτσι, η νέα στρατηγική του Ν.Τραμπ βασίζεται κυρίως στην αναμονή και στην οικονομική εξάντληση της Τεχεράνης, χωρίς όμως να αποκλείεται η επιστροφή στη στρατιωτική επιλογή.