Οι τρεις αραβικές χώρες του Κόλπου, η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και το Ομάν, κατέβαλαν προσπάθειες για να αποτρέψουν τον Ντόναλντ Τραμπ από την πραγματοποίηση επίθεσης κατά του Ιράν και προειδοποίησαν για σοβαρές συνέπειες για την περιοχή.

Οι χώρες του Κόλπου «κατέβαλαν εντατικές διπλωματικές προσπάθειες την τελευταία στιγμή για να πείσουν τον πρόεδρο Τραμπ να δώσει στο Ιράν μία ευκαιρία για να δείξει τις καλές του προθέσεις», δήλωσε στο AFP υψηλόβαθμος Σαουδάραβας αξιωματούχος που δεν κατονομάζεται.

«Η επικοινωνία συνεχίζεται για να θεμελιωθεί η εμπιστοσύνη που έχει επιτευχθεί και το σημερινό θετικό κλίμα», πρόσθεσε ο αξιωματούχος. Σύμφωνα με δημοσιεύματα αμερικανικών μέσων ενημέρωσης, η Σαουδική Αραβία και άλλα αραβικά κράτη του Κόλπου προειδοποίησαν τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι μία επίθεση κατά του Ιράν θα συνιστούσε κίνδυνο αποσταθεροποίησης για την περιοχή και τις αγορές πετρελαίου.

Η Σαουδική Αραβία, το Ομάν και το Κατάρ προειδοποίησαν τον Λευκό Οίκο ότι μία επίθεση κατά του Ιράν θα κλόνιζε τις αγορές πετρελαίου, σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times που επιβεβαιώνει προηγούμενη πληροφορία που δημοσιεύθηκε από την Wall Street Journal.

Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε χθες ότι «οι σκοτωμοί» έχουν «σταματήσει» στο Ιράν μετά την καταστολή των διαδηλώσεων και διατήρησε την ασάφεια ως προς τις προθέσεις του για στρατιωτική επέμβαση κατά της Τεχεράνης.

Τα αραβικά κράτη σύμμαχοι της Ουάσινγκτον φοβούνται μήπως αμερικανικά πλήγματα κατά του Ιράν διαταράξουν τη διακίνηση του πετρελαίου μέσω του Στενού του Ομάν, του διαύλου στην είσοδο του Περσικού Κόλπου που χωρίζει το Ιράν από τους Άραβες γείτονές του και μέσω του οποίου διακινείται το ένα πέμπτο των παγκόσμιων παραδόσεων πετρελαίου, σύμφωνα με την Wall Street Journal.

Σύμφωνα με την εφημερίδα, το Ριάντ διαβεβαίωσε την Τεχεράνη ότι δεν θα εμπλακεί σε τυχόν σύγκρουση ούτε θα επιτρέψει στις ΗΠΑ τη χρησιμοποίηση του εναέριου χώρου της Σαουδικής Αραβίας για πλήγματα κατά του Ιράν.

Οι μοναρχίες του Κόλπου φοβούνται ότι οι συνέπειες μίας κλιμάκωσης ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν θα είναι εις βάρος και της δικής τους ασφάλειας, σύμφωνα με τους New York Times. Σήμερα, οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν καθώς η αγορά αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις για την ανάληψη στρατιωτικής δράσης από τις ΗΠΑ κατά του Ιράν.

Ο Νετανιάχου περιμένει υπομονετικά από τον Τραμπ να «κλείσει τις εκκρεμότητες»

Καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο στρατιωτικών πληγμάτων κατά του Ιράν, μία απουσία από το δημόσιο προσκήνιο προκαλεί εντύπωση: ο Μπενιαμίν Νετανιάχου. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, γνωστός για τη σφοδρή ρητορική του υπέρ της ανατροπής του καθεστώτος της Τεχεράνης, έχει επιλέξει αυτή τη φορά να κρατήσει χαμηλούς τόνους.

Πέρα από μια σύντομη αναφορά στο «θάρρος των πολιτών του Ιράν», το Ισραήλ δεν έχει σχολιάσει ανοιχτά τις μαζικές διαδηλώσεις και τη βίαιη καταστολή που συγκλονίζουν τη χώρα. Η σιωπή αυτή, σύμφωνα με αναλυτές, δεν είναι τυχαία, αλλά αντανακλά έναν προσεκτικό υπολογισμό κόστους και οφέλους.

Όποια μορφή κι αν λάβει η παρέμβαση που έχει προαναγγείλει ο Τραμπ —στρατιωτικά πλήγματα, διαπραγματεύσεις υπό την απειλή βίας ή συνδυασμός κυβερνοεπιθέσεων και αυστηρότερων κυρώσεων— ένα αποδυναμωμένο ιρανικό καθεστώς αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω τη στρατηγική θέση του Ισραήλ στην περιοχή.

Ο Γιαακόβ Αμιντρόρ, πρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας και στενός συνεργάτης του Νετανιάχου, εκτιμά ότι το Ισραήλ βγαίνει κερδισμένο σε κάθε πιθανό σενάριο. Αν ο Τραμπ επιδιώξει αλλαγή καθεστώτος, αυτό σημαίνει, όπως λέει, ότι η Ουάσινγκτον συμμερίζεται την ισραηλινή άποψη πως η πτώση του ιρανικού καθεστώτος αξίζει ακόμη και με κίνδυνο χάους.

Ακόμη όμως και μια συμφωνία που θα εγκαταλείπει την ιδέα της ανατροπής, με αντάλλαγμα την εξάλειψη του πυρηνικού και πυραυλικού προγράμματος του Ιράν, θα αποτελούσε, κατά τον ίδιο, «εξαιρετικό αποτέλεσμα» για το Ισραήλ. Ο δρόμος προς μια τέτοια εξέλιξη δεν είναι χωρίς κινδύνους.

Το Ισραήλ προετοιμάζεται ήδη για το ενδεχόμενο ιρανικών αντιποίνων, όπως είχε συμβεί στον Πόλεμο του Κόλπου το 1991, όταν το Τελ Αβίβ δεχόταν πυραύλους ενώ οι ΗΠΑ βομβάρδιζαν το Ιράκ. Παρά τον κίνδυνο αυτό, Ισραηλινοί αξιωματούχοι τονίζουν ότι η χώρα βρίσκεται σήμερα στην ισχυρότερη στρατηγική θέση της ιστορίας της έναντι της Ισλαμικής Δημοκρατίας, την οποία αποκαλεί «Μικρό Σατανά».

Στον 12ήμερο πόλεμο του περασμένου έτους, το Ισραήλ κατέστρεψε μεγάλο μέρος της ιρανικής αντιαεροπορικής άμυνας, εξόντωσε κορυφαίους πυρηνικούς επιστήμονες και στρατιωτικούς διοικητές και έπεισε τις ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν τα ισχυρότερα συμβατικά τους όπλα κατά υπόγειων πυρηνικών εγκαταστάσεων.

Ωστόσο, Ισραηλινοί στρατιωτικοί παραδέχονται ότι ο Τραμπ πίεσε για εκεχειρία πριν εξουδετερωθούν πλήρως οι βαλλιστικές δυνατότητες των Φρουρών της Επανάστασης.

Κάποιοι πύραυλοι κατάφεραν μάλιστα να διαπεράσουν το πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας του Ισραήλ, αφήνοντας, όπως λένε, «ανοικτές εκκρεμότητες».

Ο Τραμπ έχει προειδοποιήσει ότι οι ΗΠΑ «δεν θα έχουν άλλη επιλογή» από το να πλήξουν το Ιράν, αν διαπιστωθεί ανασυγκρότηση του οπλοστασίου του. Παράλληλα, η όξυνση της καταστολής στο Ιράν τον έχει οδηγήσει σε πιο επιθετική ρητορική, με υποσχέσεις στήριξης των διαδηλωτών.

Όπως αναφέρει δημοσίευμα των Financial Times, στο Ισραήλ, πρώην αξιωματούχοι μιλούν για ένα «χρυσό παράθυρο» συνεργασίας με τον Τραμπ, ο οποίος εμφανίζεται διατεθειμένος να αναθέσει μεγάλο μέρος του «φακέλου Ιράν» στο Τελ Αβίβ. Παρότι δεν αναμένονται «ονειρικά» σενάρια αλλαγής καθεστώτος, η στενή συνεργασία ΗΠΑ–Ισραήλ θεωρείται δεδομένη.