
Το Πεντάγωνο ανακάλεσε την πρόσβαση του πρώην υπουργού Αεροπορίας Φρανκ Κένταλ σε απόρρητο υλικό, κατηγορώντας τον για μη εξουσιοδοτημένη αποκάλυψη ευαίσθητων πληροφοριών σχετικά με το Air Force One σε δημοσιογράφους.
«Με άμεση ισχύ, το Υπουργείο Πολέμου ανακάλεσε την επιλεξιμότητα του πρώην υπουργού Αεροπορίας Φρανκ Κένταλ για πρόσβαση σε απόρρητες πληροφορίες και την ικανότητά του να κατέχει οποιαδήποτε ευαίσθητη θέση», ανακοίνωσε στο X ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου Σον Πάρνελ.
«Η ενέργεια αυτή ακολουθεί τη μη εξουσιοδοτημένη αποκάλυψη από μέρους του απόρρητων πληροφοριών σχετικά με τις δυνατότητες του Air Force One σε μέσο ενημέρωσης», συνέχισε ο Πάρνελ.
«Η διαφύλαξη των απόρρητων πληροφοριών αποτελεί αδιαπραγμάτευτο καθήκον. Όσοι παραβιάζουν αυτή την εμπιστοσύνη χάνουν το προνόμιο της πρόσβασης και οποιονδήποτε ρόλο την απαιτεί».
Η υπόθεση με το αεροσκάφος που δόθηκε στον Τραμπ
Η εξέλιξη έρχεται μετά τις αναφορές των New York Times σχετικά με το πολυτελές Boeing 747, αξίας περίπου 400 εκατομμυρίων δολαρίων, που δωρήθηκε στον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ από το Κατάρ.
Το αεροσκάφος αντικαταστάθηκε πριν από την επιστροφή του Τραμπ από τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Τουρκία, λόγω «προφύλαξης ασφαλείας».
Οι New York Times είχαν αναφέρει ανησυχίες ότι το αεροσκάφος δεν είχε «εξοπλιστεί εκ των υστέρων με επαρκή μέτρα ασφαλείας» πριν χρησιμοποιηθεί ως Air Force One.
Παράλληλα, είχαν επικαλεστεί νομοθέτες που εξέφραζαν αμφιβολίες για το αν είχαν εγκατασταθεί «προηγμένο σύστημα αντιπυραυλικής προστασίας και άλλες τροποποιήσεις».
Ειδική ομάδα για τις διαρροές
Η κυβέρνηση Τραμπ είχε κλητεύσει τον προηγούμενο μήνα αρκετούς δημοσιογράφους των New York Times στο πλαίσιο της έρευνας για τις διαρροές.
Λίγες ημέρες αργότερα, ο υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ ανακοίνωσε τη δημιουργία κοινής ειδικής ομάδας με το Υπουργείο Δικαιοσύνης, με στόχο τον εντοπισμό και τη δίωξη αξιωματούχων που διαρρέουν «ευαίσθητες πληροφορίες» στα μέσα ενημέρωσης.
Ο Φρανκ Κένταλ διετέλεσε υπουργός Αεροπορίας από τον Ιούλιο του 2021 έως τον Ιανουάριο του 2025, επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν.