Το βρετανικό δικαστήριο καταδίκασε τρία αδέλφια από το Πακιστάν σε συνολική ποινή 40 ετών φυλάκισης για σειρά σεξουαλικών εγκλημάτων σε βάρος πέντε ανήλικων κοριτσιών.

Η υπόθεση εκδικάστηκε στο Δικαστήριο του Σέφιλντ, όπου τα θύματα περιέγραψαν τις συνέπειες της κακοποίησης που υπέστησαν, τονίζοντας ότι τα γεγονότα άφησαν βαθιά ψυχολογικά και συναισθηματικά τραύματα που εξακολουθούν να επηρεάζουν τη ζωή τους.

Ο 41χρονος Αμάρ Ιλιάς καταδικάστηκε σε 27 χρόνια κάθειρξης για 20 σεξουαλικά αδικήματα σε βάρος πέντε γυναικών, μεταξύ των οποίων και βιασμοί.

Ο καταδικασθείς δεν βρέθηκε στο δικαστήριο, καθώς είχε εγκαταλείψει το Ηνωμένο Βασίλειο και είχε διαφύγει στο Πακιστάν ενώ βρισκόταν ελεύθερος με περιοριστικούς όρους.

Οι βρετανικές αρχές, μέσω της Εθνικής Υπηρεσίας Καταπολέμησης του Εγκλήματος (NCA), συνεχίζουν τις έρευνες για τον εντοπισμό και τη σύλληψή του.

Οι δύο αδελφοί του, Καμράν Ιλιάς, 38 ετών, και Καμάρ Ιλιάς, 39 ετών, καταδικάστηκαν σε ποινές τριών και δέκα ετών αντίστοιχα για αδικήματα σε βάρος μίας από τις γυναίκες που κατήγγειλαν την κακοποίηση.

«Μου έκλεψαν την παιδική ηλικία»

Μία από τις γυναίκες που κατέθεσαν στο δικαστήριο, η οποία σήμερα είναι περίπου 30 ετών, μίλησε για το αποτύπωμα που άφησαν πάνω της τα γεγονότα.

Στη δήλωσή της ανέφερε:

«Εκμεταλλεύτηκαν την ευάλωτη κατάστασή μου και μου έκλεψαν την παιδική ηλικία. Αυτό που μου συνέβη δεν τελείωσε όταν σταμάτησε η κακοποίηση. Επηρέασε κάθε χρόνο της ζωής μου από τότε».

Η ίδια σημείωσε ότι η εμπειρία αυτή δεν ήταν κάτι που μπορούσε απλώς να αφήσει πίσω της, αλλά ένα βάρος που επηρέασε την ψυχική της υγεία, τις σχέσεις της και την εικόνα που είχε για το μέλλον.

«Δεν ήταν ένα κεφάλαιο που μπορούσα να κλείσω. Ήταν μια ποινή που αναγκάστηκα να κουβαλώ χωρίς να την έχω επιλέξει ποτέ», ανέφερε χαρακτηριστικά.

«Δεν θα επιτρέψω σε όσα μου συνέβησαν να με καθορίσουν»

Μία ακόμη γυναίκα περιέγραψε στο δικαστήριο πως δέχθηκε επίθεση όταν ήταν περίπου 13 ετών, ενώ κοιμόταν στο σπίτι μιας φίλης της.

Απευθυνόμενη στον Αμάρ Ιλιάς, δήλωσε:

«Όσα χρόνια κι αν περάσουν στη φυλακή, αυτό δεν θα εξαφανίσει ποτέ όσα συνέβησαν. Παρ’ όλα αυτά, εγώ συνεχίζω να σηκώνομαι και να προχωρώ».

Η ίδια τόνισε ότι χρειάστηκε να βρει τη δύναμη να αντιμετωπίσει τους φόβους της και να πάρει ξανά τον έλεγχο της ζωής της.

«Πλέον βλέπω ποιος πραγματικά είσαι. Ένας άνθρωπος που δεν είχε το θάρρος να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των πράξεών του», ανέφερε.

«Κατέστρεψες ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου»

Μία τρίτη γυναίκα, η οποία κατήγγειλε ότι δέχθηκε επίθεση όταν ήταν περίπου 13 ετών, ανέφερε ότι πριν από την κακοποίηση είχε προηγηθεί προσέγγισή της με αλκοόλ και ναρκωτικές ουσίες.

Στην κατάθεσή της δήλωσε:

«Ελπίζω τώρα να μπορέσω να ξαναχτίσω τη ζωή μου και να αποδείξω ότι είμαι πιο δυνατή από εσένα. Είμαι επιζήσασα. Εσύ είσαι αυτός που πρέπει να αντιμετωπίσει τις πράξεις του».

Μία ακόμη γυναίκα, η οποία ήταν 18 ή 19 ετών όταν, σύμφωνα με την κατάθεσή της, δέχθηκε επίθεση στο Σέφιλντ, είπε:

«Με έκανες να υποφέρω για πολλά χρόνια. Εκμεταλλεύτηκες την ευάλωτη θέση μου. Κατέστρεψες ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου, όμως δεν θα σε αφήσω να καθορίσεις ποια είμαι».

Η κατάθεση ενός πέμπτου θύματος αναγνώστηκε ιδιωτικά ενώπιον του δικαστή.

Η έρευνα της NCA

Οι τρεις άνδρες συνελήφθησαν το 2020 στο πλαίσιο της Επιχείρησης Stovewood, της μεγάλης έρευνας των βρετανικών αρχών για υποθέσεις παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης στο Ρόδεραμ μεταξύ 1997 και 2013.

Ο ανώτερος ερευνητής της NCA, Άλαν Χέιστινγκς, ανέφερε ότι οι καταθέσεις των θυμάτων ανέδειξαν το μέγεθος του πόνου που υπέστησαν, αλλά και τη δύναμη που επέδειξαν ώστε η υπόθεση να οδηγηθεί στη δικαιοσύνη.

Η Εισαγγελική Υπηρεσία του Στέμματος τόνισε ότι η αποφασιστικότητα των γυναικών να μιλήσουν ήταν καθοριστική για την καταδίκη των δραστών, υπογραμμίζοντας ότι οι αρχές θα συνεχίσουν να ερευνούν υποθέσεις σεξουαλικών εγκλημάτων κατά παιδιών, ανεξάρτητα από το πόσα χρόνια έχουν περάσει.