
Παρά τις αλλεπάλληλες στρατιωτικές επιχειρήσεις που έχουν πραγματοποιήσει την τελευταία δεκαετία η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, οι ΗΠΑ, η Βρετανία και το Ισραήλ, οι Χούθι εξακολουθούν να ενισχύουν τη θέση τους στην Υεμένη και να διευρύνουν την επιρροή τους στην περιοχή.
Η οργάνωση που υποστηρίζεται από το Ιράν, διαθέτει πλέον σημαντικό οπλοστάσιο και επιχειρεί σε μια γεωγραφικά δύσκολη περιοχή, γεγονός που περιορίζει την αποτελεσματικότητα των αεροπορικών επιδρομών.
Έκθεση ειδικών του ΟΗΕ το 2024 κατέγραψε, επίσης, εκτεταμένες στρατιωτικές σχέσεις μεταξύ των Χούθι, του Ιράν και άλλων συμμάχων τους.
Ενδεικτική της εξέλιξης της οργάνωσης είναι και η αύξηση του ανθρώπινου δυναμικού της.
Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, οι Χούθι είχαν έως και 350.000 μαχητές το 2024, έναντι περίπου 30.000 το 2015, όταν η Σαουδική Αραβία παρενέβη στον εμφύλιο πόλεμο της Υεμένης.
Η κατάσταση έχει γίνει ακόμη πιο κρίσιμη καθώς οι Χούθι κινούνται προς το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, το στρατηγικό θαλάσσιο πέρασμα που συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν, ενώ παράλληλα πραγματοποιούν επιθέσεις εναντίον ενεργειακών υποδομών της Σαουδικής Αραβίας.
Το Associated Press επισημαίνει ότι οι επιλογές για την αντιμετώπισή τους είναι πλέον περιορισμένες, καθώς πολλές από τις στρατιωτικές λύσεις έχουν ήδη δοκιμαστεί χωρίς να οδηγήσουν σε οριστική αποδυνάμωση της οργάνωσης.
Ένας από τους βασικούς λόγους είναι η δυνατότητα των Χούθι να διασπείρουν τις δυνάμεις και τις εγκαταστάσεις τους σε μια εκτεταμένη και ορεινή περιοχή.
Παράλληλα, σύμφωνα με ειδικούς του ΟΗΕ και αναλυτές, η οργάνωση έχει λάβει τεχνογνωσία, εκπαίδευση και προηγμένα όπλα από το Ιράν και άλλους συμμάχους του στην περιοχή.
Ο Μάικλ Νάιτς, επικεφαλής ερευνών στη Horizon Engage, χαρακτηρίζει τους Χούθι ως τους πιο αποφασισμένους και ιδεολογικά αφοσιωμένους από τους περιφερειακούς συμμάχους της Τεχεράνης.
Το οπλοστάσιό τους περιλαμβάνει βαλλιστικούς πυραύλους, πυραύλους κρουζ, drones, προηγμένα αντιπλοϊκά όπλα και ναυτικά μη επανδρωμένα συστήματα.
Με αυτά μπορούν να απειλήσουν τόσο τις χώρες του Κόλπου όσο και το Ισραήλ, ενώ έχουν τη δυνατότητα να πλήττουν εμπορικά πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα.
Το Ιράν αρνείται ότι εξοπλίζει τους Χούθι, ωστόσο έχουν κατασχεθεί επανειλημμένα ιρανικά όπλα και εξαρτήματα που προορίζονταν για την Υεμένη.
Η οργάνωση έχει παράλληλα αναπτύξει τη δυνατότητα κατασκευής σημαντικού μέρους του οπλοστασίου της στο εσωτερικό της χώρας, χρησιμοποιώντας σχετικά φθηνά drones και πυραύλους.
Υπάρχουν ακόμη ενδείξεις ότι εξετάζει τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης για τη βελτίωση των πυραυλικών της συστημάτων.
Η Σαουδική Αραβία, από την άλλη, διαθέτει προηγμένα αμερικανικής κατασκευής μαχητικά αεροσκάφη και συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας.
Ωστόσο, τα αποθέματα αναχαιτιστικών πυραύλων δέχονται πιέσεις, καθώς το Ριάντ καλείται να αντιμετωπίσει όχι μόνο τους Χούθι αλλά και επιθέσεις από φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ.
Η αδυναμία της αεροπορικής ισχύος να επιφέρει αποφασιστικό αποτέλεσμα έχει φανεί από την ίδια την πορεία του πολέμου.
Η Σαουδική Αραβία ξεκίνησε την εκστρατεία της το 2015, μετά την κατάληψη μεγάλου μέρους της Υεμένης από τους Χούθι, μεταξύ άλλων και της πρωτεύουσας Σαναά.
Για επτά χρόνια πραγματοποιήθηκαν αλλεπάλληλες αεροπορικές επιδρομές, πολλές από τις οποίες προκάλεσαν θύματα μεταξύ αμάχων, χωρίς όμως να αλλάξουν ουσιαστικά οι γραμμές του μετώπου.
Μετά την έναρξη του πολέμου στη Γάζα το 2023, οι Χούθι επέκτειναν τη δράση τους στην Ερυθρά Θάλασσα, στοχοποιώντας πλοία που, όπως υποστήριζαν, συνδέονταν με το Ισραήλ.
ΗΠΑ και Βρετανία ξεκίνησαν επιθέσεις εναντίον τους τον Ιανουάριο του 2024, ενώ το 2025 ο Ντόναλντ Τραμπ διέταξε την εντατικοποίηση της αμερικανικής εκστρατείας.
Περισσότεροι από 1.000 στόχοι επλήγησαν, σύμφωνα με Αμερικανό στρατιωτικό αξιωματούχο που μίλησε στο Associated Press, με το κόστος των αμερικανικών πυρομαχικών να ξεπερνά τα 750 εκατομμύρια δολάρια.
Την ίδια περίοδο οι Χούθι κατέστρεψαν επτά drones MQ-9 Reaper, αξίας άνω των 30 εκατομμυρίων δολαρίων το καθένα.
Παρά τις επιχειρήσεις αυτές, οι Χούθι δεν εξουδετερώθηκαν.
Μετά από συμφωνία για τον τερματισμό των επιθέσεων εναντίον αμερικανικών πλοίων, συνέχισαν να πλήττουν το Ισραήλ, το οποίο απάντησε με δικές του επιχειρήσεις.
Τον Ιούλιο, οι Χούθι επανέλαβαν τις επιθέσεις εναντίον της Σαουδικής Αραβίας και ανακοίνωσαν αποκλεισμό της σαουδαραβικής ναυσιπλοΐας.
Μια οριστική στρατιωτική ήττα τους θα απαιτούσε, σύμφωνα με την ανάλυση του AP, ισχυρές χερσαίες δυνάμεις.
Ωστόσο, οι δυνάμεις που αντιμάχονται τους Χούθι στην Υεμένη παραμένουν κατακερματισμένες και σε ορισμένες περιπτώσεις συγκρούονται μεταξύ τους.
Την ίδια ώρα, οι Χούθι προωθούνται προς το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, αυξάνοντας την πίεση σε μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς του κόσμου.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται όμως, στη ναυσιπλοΐα.
Επίθεση με drone προκάλεσε ζημιές σε δύο αντλιοστάσια του αγωγού Ανατολής-Δύσης της Σαουδικής Αραβίας, μήκους περίπου 1.200 χιλιομέτρων.
Ο αγωγός ο οποίος διαθέτει 11 αντλιοστάσια και δύο σταθμούς εκτόνωσης πίεσης, αποτελεί κρίσιμη εναλλακτική οδό για τις εξαγωγές πετρελαίου, ιδιαίτερα όσο τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κλειστά λόγω του πολέμου.
Μέσω του αγωγού μεταφέρονταν ημερησίως 4 έως 5 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 4%-5% της παγκόσμιας προσφοράς.
Συνεπώς, οι επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές δείχνουν ότι η δράση των Χούθι δεν αποτελεί πλέον μόνο στρατιωτική απειλή για τη Σαουδική Αραβία, αλλά μπορεί να επηρεάσει άμεσα τις διεθνείς αγορές και την παγκόσμια ενεργειακή εφοδιαστική αλυσίδα.