
Ο 65χρονος Ιταλός που κρίθηκε προφυλακιστέος για το διπλό φονικό στο Αίγιο, στην απολογία του υποστήριξε ότι «κάποιος μου έδωσε κάτι να πιω για να μην ξυπνήσω».
Ο κατηγορούμενος υποστήριξε ενώπιον ανακρίτριας και εισαγγελέα ότι ξύπνησε και βρήκε νεκρούς τη σύντροφό του και τον γιο της, αρνούμενος κάθε εμπλοκή στην υπόθεση.
Μάλιστα, φέρεται να ανέφερε ότι ενδεχομένως να είχε καταναλώσει κάτι που τον οδήγησε σε τόσο βαθύ ύπνο ώστε να μην αντιληφθεί όσα συνέβησαν μέσα στο σπίτι.
Παράλληλα, απέρριψε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο οικονομικού κινήτρου πίσω από το έγκλημα, τονίζοντας ότι η περιουσιακή κατάσταση της οικογένειας ήταν ξεκαθαρισμένη εδώ και καιρό.
«Ήταν ξεκαθαρισμένο στην οικογένεια ότι η γιαγιά ήθελε να δώσει το σπίτι και το οικόπεδο στον εγγονό. Καμία σχέση με δήθεν οικονομικό κίνητρο. Ήμουν ερωτευμένος με τη Μαρία και είμαι ακόμη.
Όταν η Μαρία αντιμετώπιζε προβλήματα, την “έτρεχα” εγώ. Στην Ιταλία κάθισα τέσσερις μήνες μαζί της. Αγαπάω τη γυναίκα μου και το παιδί μου», φέρεται να υποστήριξε.
Ο 65χρονος παρέμεινε για περίπου τέσσερις ώρες στο Δικαστικό Μέγαρο, όπου κατέθεσε πολυσέλιδο υπόμνημα και απάντησε εκτενώς στις ερωτήσεις της ανακρίτριας. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας κρίθηκε προφυλακιστέος.
Από την πλευρά της υπεράσπισης, ο συνήγορός του Νικόλαος Λιμπαντζής υποστήριξε ότι ο εντολέας του είναι αθώος, επισημαίνοντας πως το δωμάτιο στο οποίο κοιμόταν δεν είχε άμεση γειτνίαση με τον χώρο όπου σημειώθηκαν οι δολοφονίες.
Την ίδια στιγμή, οι έρευνες της ΕΛ.ΑΣ. συνεχίζονται με αμείωτη ένταση. Οι Αρχές αναμένουν τα αποτελέσματα των εγκληματολογικών εξετάσεων, ενώ ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται σε ίχνη αίματος που εντοπίστηκαν σε φλόμπερ το οποίο εξετάζεται στο πλαίσιο της υπόθεσης.
Παράλληλα, ελέγχεται το όχημα του κατηγορούμενου για τυχόν βιολογικά ευρήματα, ενώ οι αστυνομικοί αναζητούν και το κινητό τηλέφωνο της 54χρονης, το οποίο μέχρι στιγμής παραμένει άφαντο.