Μια νέα μέθοδο τηλεφωνικής εξαπάτησης, με τους δράστες να υποδύονται αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, έχει τεθεί στο μικροσκόπιο των Αρχών.

Οι επιτήδειοι πραγματοποιούν τηλεφωνικές κλήσεις και, μιλώντας ελληνικά, ενημερώνουν τους πολίτες ότι δήθεν έχουν πέσει θύματα διαδικτυακής απάτης. Στη συνέχεια εμφανίζονται ως πρόθυμοι να «βοηθήσουν» στη διερεύνηση της υπόθεσης, ζητώντας από τα υποψήφια θύματα να τους δώσουν προσωπικά δεδομένα και τραπεζικές πληροφορίες.

Στόχος, σύμφωνα με τις πληροφορίες για τη συγκεκριμένη απάτη, είναι η απόσπαση ευαίσθητων στοιχείων που μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν για οικονομική εξαπάτηση.

Πώς στήνουν την παγίδα

Οι δράστες επιχειρούν αρχικά να δημιουργήσουν αίσθημα εμπιστοσύνης. Σε χαρακτηριστική περίπτωση, ο καλών γνωρίζει το ονοματεπώνυμο του ανθρώπου που βρίσκεται στην άλλη άκρη της γραμμής και στη συνέχεια συστήνεται με ψευδή στοιχεία, εμφανιζόμενος ως αστυνομικός.

Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας, επαναλαμβάνει αναφορές σε «έγκλημα» και «Ηλεκτρονικό Έγκλημα», προκειμένου να ενισχύσει την εικόνα ότι πρόκειται για επίσημη επικοινωνία από αρμόδια υπηρεσία.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί και ο τρόπος με τον οποίο εμφανίζονται οι αριθμοί στις τηλεφωνικές συσκευές. Οι κλήσεις φαίνεται να πραγματοποιούνται από κυπριακούς αριθμούς σταθερής τηλεφωνίας ή ελληνικούς αριθμούς κινητών. Οι Αρχές εξετάζουν, ωστόσο, το ενδεχόμενο να χρησιμοποιούνται εικονικοί αριθμοί και οι δράστες να βρίσκονται εκτός Ελλάδας.

Ένας από τους αριθμούς που έχουν συνδεθεί με τις συγκεκριμένες κλήσεις είναι ο 6955314399.

Ζητούν στοιχεία με πρόσχημα την «έρευνα»

Το βασικό τέχνασμα των απατεώνων είναι να πείσουν τα θύματα ότι η παροχή των προσωπικών ή τραπεζικών τους δεδομένων είναι απαραίτητη για την προστασία τους από την υποτιθέμενη ηλεκτρονική απάτη.

Στην πραγματικότητα, όμως, η προσέγγιση αυτή αποσκοπεί στην υποκλοπή των στοιχείων και ενδέχεται να οδηγήσει σε οικονομική ζημία.

Οι πολίτες που δέχονται αντίστοιχες κλήσεις καλούνται να είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικοί, να μην αποκαλύπτουν προσωπικά ή τραπεζικά δεδομένα και να διακόπτουν άμεσα την επικοινωνία όταν αντιλαμβάνονται κάτι ύποπτο.

Σε περίπτωση που θεωρούν ότι έχουν γίνει στόχος απάτης, θα πρέπει να επικοινωνούν οι ίδιοι με τις αρμόδιες Αρχές, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά τα επίσημα στοιχεία επικοινωνίας των υπηρεσιών.