Ο νέος Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας υιοθετεί μια σαφώς αυστηρότερη προσέγγιση όσον αφορά την κατανάλωση αλκοόλ πριν την οδήγηση, στοχεύοντας σε μία από τις πιο επικίνδυνες συμπεριφορές στο οδικό δίκτυο.

Όσοι επιλέγουν να οδηγήσουν αφού έχουν καταναλώσει αλκοόλ, θα πρέπει να γνωρίζουν τα επιτρεπόμενα όρια, όχι μόνο για να αποφύγουν κυρώσεις, αλλά κυρίως για να προστατεύσουν τη δική τους ασφάλεια και των υπόλοιπων χρηστών του δρόμου.

Σύμφωνα με το άρθρο 46 του νέου ΚΟΚ, ένας οδηγός θεωρείται ότι έχει καταναλώσει αλκοόλ όταν η συγκέντρωση στο αίμα του φτάνει ή ξεπερνά τα 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο ή τα 0,25 mg ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, στην περίπτωση που η μέτρηση γίνεται με αλκοολόμετρο. Με άλλα λόγια, για να θεωρείται εντός νόμιμων ορίων, η ένδειξη στο αλκοτέστ δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 0,25.

Με βάση τα παραπάνω και εφαρμόζοντας τον γνωστό υπολογισμό Widmark, για έναν άνδρα περίπου 80 κιλών το συγκεκριμένο όριο αντιστοιχεί σε περίπου 25–30 γραμμάρια καθαρού αλκοόλ, δηλαδή σε 2,5 έως 3 τυπικά ποτά, όπως μια μπύρα 330 ml, ένα ποτήρι κρασί ή ένα σφηνάκι.

Η επίδραση του αλκοόλ δεν είναι ίδια για όλους, καθώς επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες, όπως το φύλο, το σωματικό βάρος και ύψος, η φυσική κατάσταση, το αν έχει προηγηθεί κατανάλωση φαγητού, αλλά και το είδος του ποτού που καταναλώνεται.

Σε ό,τι αφορά τον χρόνο που απαιτείται για να απομακρυνθεί το αλκοόλ από τον οργανισμό, για έναν άνδρα σε καλή φυσική κατάσταση, ένα ποτήρι λευκό κρασί μπορεί να χρειαστεί περίπου 3,5 ώρες για να μεταβολιστεί, δύο ποτήρια έως και 7 ώρες, ενώ τρία ποτήρια μπορεί να ξεπεράσουν τις 10 ώρες.

Σε ό,τι αφορά τις ποινές, αυτές εφαρμόζονται κλιμακωτά και είναι ιδιαίτερα αυστηρές.

Για επίπεδα αλκοόλ από 0,50 έως 0,80 g/l στο αίμα ή από 0,25 έως 0,40 στον εκπνεόμενο αέρα, επιβάλλεται πρόστιμο 350 ευρώ και αφαίρεση άδειας οδήγησης για 30 ημέρες. Αν οι τιμές αυξηθούν από 0,80 έως 1,10 g/l στο αίμα ή από 0,40 έως 0,60 στον αέρα, η παράβαση θεωρείται ιδιαίτερα επικίνδυνη, με πρόστιμο 700 ευρώ και αφαίρεση διπλώματος για 90 ημέρες.

Το νέο πλαίσιο προβλέπει και αυστηρές ρυθμίσεις για τους υποτροπιάζοντες οδηγούς.

Αν κάποιος εντοπιστεί δεύτερη φορά μέσα σε έναν χρόνο να οδηγεί υπό την επήρεια αλκοόλ, αντιμετωπίζει πρόστιμο έως 1.000 ευρώ και αφαίρεση άδειας που μπορεί να φτάσει τους έξι μήνες. Σε περιπτώσεις υψηλής συγκέντρωσης αλκοόλ, το πρόστιμο αυξάνεται στα 2.000 ευρώ, ενώ η στέρηση του διπλώματος μπορεί να διαρκέσει έως και δύο χρόνια. Σε τρίτη παράβαση μέσα σε διάστημα πέντε ετών, προβλέπεται αφαίρεση άδειας οδήγησης για επτά χρόνια.