Τα δυόμιση χρόνια που έχουν περάσει από το σαρωτικό χτύπημα της κακοκαιρίας Daniel, φαίνεται πως δεν είναι αρκετά για να κλείσουν τις «πληγές» στον Βλοχό, ένα χωριό της Καρδίτσας που μετρά ακόμη απώλειες.

">

Το χωριό, που άλλοτε έσφυζε από ζωή με περισσότερες από 200 οικογένειες -πάνω από 400 κατοίκους, θυμίζει πλέον έναν τόπο εγκατάλειψης, όπου η σιωπή σπάει μόνο από τα ελάχιστα τρακτέρ που πηγαινοέρχονται στον Παλαμά και τους κατοίκους που σιωπηλοί επισκέπτονται τις κατεστραμμένες περιουσίες τους για μικροδουλειές.

Οι μνήμες από εκείνη την ημέρα, όταν το νερό «έπνιξε» τα σπίτια και παρέσυρε ακόμα και κοντέινερ και ζώα πάνω στα κεραμίδια, είναι ακόμη νωπές.

Σήμερα, η εικόνα της καταστροφής συμπληρώνεται από την ερήμωση, καθώς ελάχιστοι είναι εκείνοι που τόλμησαν να επιστρέψουν σε ένα περιβάλλον που μοιάζει «εχθρικό» για το μέλλον τους, και το μέλλον των παιδιών.

«Κόποι μιας ζωής εξαφανίστηκαν σε μία ώρα»

Ο Βαγγέλης Γιολδάσης, ένας από τους ανθρώπους που βιώνουν στο πετσί τους αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «διπλό τραύμα», μίλησε για τη δύσκολη εμπειρία του.

«Είχαμε πλημμυρίσει. Είχε έρθει το νερό. Καταστράφηκαν τα πάντα μέσα. Μέσα, έξω», περιγράφει κοιτάζοντας τα ερείπια της περιουσίας του. Δείχνοντας τον χώρο που κάποτε στέγαζε τη δουλειά του, σημειώνει πως «η αποθήκη εδώ ήταν αγροτική αποθήκη. Αυτή είναι έπεσε. Το νερό είχε φτάσει στην κορυφή από τη σκεπή πάνω. Η εκτίμηση ήταν γύρω στα πέντε μέτρα, ο μέσος όρος στο χωριό ήταν 4,5 μέτρα».

Η ταχύτητα της καταστροφής ήταν σοκαριστική, καθώς, όπως λέει, «μέσα σε μία ώρα από τη στιγμή που μπήκε το νερό στο χωριό, είχε φτάσει στα κεραμίδια. Κόποι μιας ζωής πήγαν και εξαφανίστηκαν για μια ώρα. Για ένα βράδυ».

Παρά την απόγνωση, ο Βαγγέλης θυμάται την αυτοθυσία των κατοίκων εκείνες τις κρίσιμες στιγμές. «Το καλό είναι ότι δεν είχαμε θύματα τότε. Τρέξαμε πολύ όμως και σώσαμε πολύ κόσμο. Βγάλαμε πολύ κόσμο, γιατί δεν προλαβαίναμε να κάνουμε κι αλλιώς. Μέσα σε μια ώρα το χωριό είχε φτάσει στα κεραμίδια», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Η εγκατάλειψη του χωριού και η μηδαμινή βοήθεια

Η επιστροφή στο σπίτι δεν ήταν εύκολη υπόθεση, αφού χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν δύο χρόνια αναμονής. «Για ενάμισι, για δύο χρόνια δεν μέναμε εδώ. Από το ’23 μέχρι έναν μήνα πριν να κλείσουμε δύο χρόνια ακριβώς, τότε γυρίσαμε στο σπίτι. Δεν γινόταν αλλιώς», εξηγεί, προσθέτοντας πως η πίεση από τους ηλικιωμένους γονείς του ήταν καθοριστική, καθώς «δεν ήθελαν, ήθελαν να γυρίσουν πάλι στο σπίτι».

Ωστόσο, η οικονομική πραγματικότητα είναι αμείλικτη.

«Με χίλια ζόρια ξαναφτιάξαμε πάλι αυτό που μπορέσαμε να φτιάξουμε. Γιατί και οικονομικά δεν είναι να ξαναφτιάξεις ένα σπίτι σχεδόν από την αρχή», τονίζει ο Βαγγέλης, εκφράζοντας παράλληλα τη δυσαρέσκειά του για την κρατική μέριμνα.

«Δύο χρόνια δεν υπήρχε καμία μέριμνα. Μας βοήθησε λίγο τώρα τελευταία με το ‘Εξοικονομώ’, αλλά τι είναι να πάρουμε; Πέντε χιλιάδες ευρώ; Πήραμε και έξι εξακόσια, δηλαδή με δέκα, έντεκα χιλιάδες τι να πρωτοφτιάξεις;», αναρωτιέται.

«Για εμάς στα χωριά πλέον δεν υπάρχει μέλλον»

Το δεύτερο και ίσως πιο βαρύ πλήγμα για τον ίδιο ήρθε πρόσφατα, με την απώλεια του ζωικού του κεφαλαίου λόγω της ευλογιάς. «Είμαι δυο φορές πληγέντας. Μία με τις πλημμύρες και μία με την ευλογιά των προβάτων. Έχασα και τα ζώα. Μέσα σε δύο χρόνια, ναι, δυο φορές», εξομολογείται με πικρία. Ερωτηθείς αν είναι κτηνοτρόφος, ο Βαγγέλης Γιολδάσης λέει σε αφοπλιστικό τόνο «ήμουν κτηνοτρόφος, πλέον δεν είμαι».

Για τον ίδιο, η προοπτική παραμονής στο χωριό φαντάζει σχεδόν αδύνατη.

«Μέλλον δεν υπάρχει πλέον εδώ. Για μας στα χωριά πλέον δεν υπάρχει μέλλον. Η αγροτιά πάει από κακό στο χειρότερο. Η κτηνοτροφία το ίδιο», σημειώνει, εξηγώντας πως η έλλειψη βιομηχανίας αναγκάζει τους κατοίκους να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. «Δεν υπάρχει βιομηχανία να πεις ότι θα πάω να δουλέψω στο εργοστάσιο» προσθέτει.

«Ούτε σχολείο λειτουργεί, ούτε τίποτα»

Η κοινωνική αποσύνθεση του Βλοχού είναι εμφανής σε κάθε γωνιά. Από τα τέσσερα καφενεία και τις ψησταριές που λειτουργούσαν κάποτε, πλέον απομένει μόνο ένα, το οποίο, όπως λέει ο Βαγγέλης, «λειτουργεί με ξένο κόσμο, όχι από δω, από το χωριό».

Ακόμη και η γειτονιά του έχει ερημώσει

«Εδώ να φανταστείτε όλα αυτά τα σπίτια εδώ πέρα γύρω ήταν όλα κατοικήσιμα. Τώρα πλέον εδώ μένω εγώ και ένα σπίτι από πίσω εκεί».

Η μεγαλύτερη πληγή, όμως, αφορά τη νέα γενιά, καθώς το σχολείο που κάποτε είχε 40 παιδιά παραμένει κλειστό. «Ούτε σχολείο λειτουργεί ούτε τίποτα. Είναι δύσκολο για έναν γονέα να πηγαίνει τρεις και τέσσερις φορές την ημέρα το παιδί του στο Παλαμά», αναφέρει, περιγράφοντας μια θλιβερή καθημερινότητα για τα παιδιά που «είναι όλη μέρα μέσα στο σπίτι γιατί δεν έχουν φίλους να παίξουν. Περιμένουν ένα Σαββατοκύριακο και αν έχει καλό καιρό να έρθουν οι άλλοι φίλοι τους και να καθίσουν απ’ έξω».

Κλείνοντας, ο Βαγγέλης Γιολδάσης υπογραμμίζει την ανάγκη για ουσιαστικά έργα υποδομής που θα θωρακίσουν το χωριό, καθώς οι μέχρι τώρα παρεμβάσεις κρίνονται ανεπαρκείς.

«Το καλύτερο πράγμα ήταν να γινόταν σωστά έργα σε σωστές επιδομές, να περιφράζονταν καλά. Για παράδειγμα έχουμε σε δυο τρία σημεία τα οποία έριξαν μόνο πέτρα. Δεν έριξαν κάποιο σοβαρό υλικό για να κρατήσουν το έδαφος», καταγγέλλει, εξηγώντας πως με την πρώτη μεγάλη βροχή το νερό περνάει ξανά μέσα στο χωριό, με ό,τι αυτό θα σημαίνει για τον Βλοχό στην περίπτωση μιας μια νέας -ενδεχομένως και μεγαλύτερης- κακοκαιρίας.