
26 ημέρες από την εξαφάνιση της Λόρας και ενώ είναι γνωστό εδώ και πέντε ημέρες ότι η νεαρή βρίσκεται στη Γερμανία οι γονείς της παραμένουν στο Ρίο της Πάτρας, γεγονός που έχει δημιουργήσει έντονο προβληματισμό μεταξύ των αστυνομικών που χειρίζονται την υπόθεση.
Το σχέδιο διαφυγής της Λόρας, σύμφωνα με πληροφορίες, φέρεται να ήταν πολύ καλά οργανωμένο, αφού τα ίχνη της έχουν εξαφανιστεί ακόμη και στη Γερμανία.
Η έρευνα συνεχίζεται με έμφαση πλέον στο οικογενειακό περιβάλλον της, καθώς οι Αρχές εξετάζουν προσεκτικά τη συμπεριφορά των γονιών της.
Ο πατέρας της Λόρας έχει καταθέσει πέντε φορές, χωρίς όμως να δώσει σαφείς απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα.
Όπως μετέδωσε το Star, δεν μπόρεσε να κατονομάσει φίλες της κόρης του, δεν γνώριζε τον αριθμό των προφίλ της στα social media ούτε των email λογαριασμών της, οι οποίοι φέρεται να είναι επτά. Επιπλέον, δεν ανέφερε τίποτα για τον ετεροθαλή αδελφό της Λόρας.
Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, φέρεται να είπε στους αστυνομικούς: «Συνεχίστε να ψάχνετε, εγώ βοήθησα αρκετά». Ο αστυνομικός αναλυτής Σταύρος Μπαλάσκας σχολίασε ότι όταν ένας γονιός δηλώνει πως «έκανε ό,τι έπρεπε», αυτό υποδηλώνει αποστασιοποίηση από το θέμα.
Η αυστηρότητα του πατέρα, που υπηρέτησε ως στρατιωτικός γιατρός στην πρώην Σοβιετική Ένωση, φαίνεται να δυσκολεύει την κατανόηση της ψυχολογίας του, σύμφωνα με τις Αρχές.
Παράλληλα, η μητέρα της Λόρας έχει καταθέσει επίσης πέντε φορές, πάντα μόνη της, με την προσπάθεια των αστυνομικών να είναι να αποκωδικοποιήσουν τυχόν κρυφές πληροφορίες για το οικογενειακό περιβάλλον.
Σημειώνεται πως όταν κατέθετε μαζί με τον σύζυγό της, η μητέρα παρέμενε σιωπηλή και ανέκφραστη. Ο Σταύρος Μπαλάσκας επισημαίνει πως η μητέρα προσπαθούσε να στηρίξει την κόρη της, αλλά δεν τολμούσε να κοιτάξει στα μάτια τον πατέρα παρουσία του.
Παρά τη γνωστή πλέον τοποθεσία της Λόρας στη Γερμανία, οι γονείς δεν έχουν ζητήσει καμία καθοδήγηση από τις Αρχές και δεν έχουν εκφράσει πρόθεση να ταξιδέψουν για να την αναζητήσουν.
Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η σύντομη επίσκεψη της μητέρας στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου, η οποία διήρκησε λίγες ώρες με σκοπό να βρει την κόρη της. Οι Αρχές αναρωτιούνται ποιον θα μπορούσε να συναντήσει τέτοια ώρα μέσα στον χειμώνα για να λάβει πληροφορίες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι νόμοι της Γερμανίας σχετικά με τους εφήβους που εξαφανίζονται.
Η Λόρα είχε περάσει στο παρελθόν ένα μήνα σε δομή φιλοξενίας. Εάν οι γερμανικές Αρχές θεωρήσουν ότι το οικογενειακό περιβάλλον δεν είναι κατάλληλο, δεν θα επιστρέψουν το παιδί στην Ελλάδα, ακόμη και αν έχει ήδη εντοπιστεί.
Όπως εξήγησε ο Μάνος Σωτηρόπουλος στο Star, βάσει συζητήσεων με δικηγόρους της Γερμανίας, ένα ανήλικο 16 ετών που δεν έχει εμπλακεί σε παράνομες ενέργειες μπορεί να φιλοξενηθεί σε συγγενικά ή τρίτα πρόσωπα, εφόσον αυτά έχουν ενημερώσει τις αρχές, ακόμα κι αν το παιδί αναζητείται από τους γονείς.
Σε περίπτωση που έχει καταγγείλει κακοποίηση και έχει ζητήσει υποστήριξη από τις κοινωνικές δομές, ενεργοποιείται άμεσα προστατευτικό πλαίσιο, το οποίο διαρκεί μέχρι να αξιολογηθεί η καταγγελία.
Επιπλέον, οι γερμανικές Αρχές έχουν το δικαίωμα να κρατούν μυστική την τοποθεσία του ανηλίκου. Όπως και στην Ελλάδα, ένα ανήλικο παιδί που κινείται μόνο του δεν μπορεί να κλείσει ξενοδοχείο, να ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό ή να εκδώσει κάρτα.
Στη γειτονιά του είπε πως φεύγει για το Αμβούργο. Στο εργασιακό του περιβάλλον ισχυρίστηκε πως σκοπεύει να επιστρέψει στην Ουκρανία, όμως τελικά βρέθηκε να αγοράζει ένα σπίτι 290 τετραγωνικών σε μία επαρχιακή πόλη της Ελλάδας.
Η Λόρα περνούσε ατελείωτες ώρες μέσα στο σπίτι, συνέχεια με ένα κινητό. Έβγαινε ελάχιστα και απέφευγε να ανοίγεται ακόμα και στον ετεροθαλή αδελφό της.
«Η διαφορά ηλικίας ήταν μεγάλη, αυτός ήταν 35 κι εκείνη 16. Ήταν κλεισμένη, συνέχεια στο κινητό, της λέγαμε να πάμε στην παραλία και εκείνη δεν ήθελε. Δεν τον έβλεπε σαν αδερφό, αλλά ως άγνωστο άντρα», είπε η μητέρα του αδελφού της.
Γειτόνισσά τους λέει για τον πατέρα της Λόρα:
«Θα μπορούσα να το καταλάβω, ότι η κόρη του αποφάσισε να απομακρυνθεί, γιατί ήταν πολύ δύσκολος άνθρωπος. Κάποιοι είπανε ‘ποιος ξέρει με τι ασχολείται’, αλλά όχι ήταν απλά πολύ τρομαγμένος, γιατί ήταν και γιατρός, βοηθούσε και στα θερμά λουτρά εδώ στην περιοχή, νομίζω ότι φοβόταν πολύ μην τον βρει ο Πούτιν».