
Η Ευρώπη, αφού με μεγάλο κόστος και προσπάθεια απομακρύνθηκε από το ρωσικό φυσικό αέριο, βρίσκεται τώρα αντιμέτωπη με έναν νέο φόβο: την υπερβολική εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αυτό αναφέρουν οι New York Times σε πρόσφατο δημοσίευμά τους, μεταφέροντας ανησυχίες υψηλόβαθμων αξιωματούχων στον τομέα της ενέργειας και της άμυνας.
Η ήπειρος αύξησε δραματικά τις εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), με τις ΗΠΑ να καλύπτουν σήμερα περίπου τα δύο τρίτα των ευρωπαϊκών εισαγωγών LNG. Σύμφωνα με αναλύσεις, το ποσοστό αυτό θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και το 80% έως το 2030, εάν υλοποιηθούν πλήρως οι υπάρχουσες συμφωνίες προμήθειας και αν η ζήτηση δεν μειωθεί αρκετά.
«Η Ευρώπη, απορρίπτοντας το ρωσικό φυσικό αέριο, δίνει στην Ουάσιγκτον υπερβολική επιρροή στην εγχώρια ενεργειακή της πολιτική», σημειώνουν οι New York Times, αποτυπώνοντας τον προβληματισμό που διατυπώνεται σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Η σταδιακή απαγόρευση του ρωσικού καυσίμου
Το Συμβούλιο της ΕΕ ενέκρινε τον Ιανουάριο κανονισμό για τη σταδιακή κατάργηση των αγορών ρωσικών καυσίμων. Συγκεκριμένα:Η απαγόρευση εισαγωγών LNG βάσει βραχυπρόθεσμων συμβάσεων τέθηκε σε ισχύ στις 25 Απριλίου.
Για τις μακροπρόθεσμες συμβάσεις LNG η απαγόρευση ξεκινά την 1η Ιανουαρίου 2027.
Το εμπάργκο στο αέριο μέσω αγωγών ισχύει από τις 17 Ιουνίου 2026 για τις βραχυπρόθεσμες συμβάσεις και από την 1η Νοεμβρίου 2027 για τις μακροπρόθεσμες.
Η στροφή αυτή θεωρήθηκε απαραίτητη για λόγους ενεργειακής ασφάλειας και γεωπολιτικής ανεξαρτησίας μετά την επέμβαση στην Ουκρανία. Ωστόσο, η αντικατάσταση του ρωσικού αερίου κυρίως με αμερικανικό LNG δημιουργεί νέες εξαρτήσεις.
Οι Αμερικανοί προμηθευτές κυριαρχούν πλέον στην ευρωπαϊκή αγορά LNG, ενώ οι τιμές του αμερικανικού αερίου παραμένουν υψηλότερες σε σχέση με το παλαιότερο ρωσικό αέριο μέσω αγωγών.
Παράλληλα, η συγκέντρωση τόσο μεγάλου μεριδίου αγοράς σε έναν μόνο προμηθευτή εγείρει ερωτήματα για τη διαπραγματευτική ισχύ της Ευρώπης και για την ικανότητά της να διαμορφώνει αυτόνομα την ενεργειακή της πολιτική.
Ευρωπαίοι αξιωματούχοι επισημαίνουν ότι η ενεργειακή ασφάλεια δεν μπορεί να βασίζεται σε μονομερείς εξαρτήσεις – είτε από τη Ρωσία είτε από τις ΗΠΑ.
Η διαφοροποίηση των πηγών, η επιτάχυνση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και η μείωση της συνολικής κατανάλωσης αερίου παραμένουν κρίσιμες προτεραιότητες.
Η μετάβαση από τη μία εξάρτηση στην άλλη φαίνεται πως έχει ήδη ξεκινήσει.