Κατά τη διάρκεια της ιστορικής Συνόδου Κορυφής της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ συμφώνησαν να δεσμευτούν στην επένδυση του 5% του ετήσιου ΑΕΠ τους για την κάλυψη βασικών αμυντικών αναγκών και δαπανών ασφάλειας μέχρι το 2035.

Η απόφαση αυτή στοχεύει κυρίως στην αντιμετώπιση της μακροπρόθεσμης απειλής που συνιστά η Ρωσία για την ευρωατλαντική σταθερότητα, καθώς και στον συνεχή κίνδυνο της τρομοκρατίας. Όπως επισημάνθηκε, στόχος είναι η ενίσχυση της ικανότητας των κρατών να ανταποκρίνονται στις εθνικές και συλλογικές τους υποχρεώσεις, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 3 της Συνθήκης της Ουάσιγκτον.

«Οι επενδύσεις μας θα διασφαλίσουν ότι έχουμε τις δυνάμεις, τις δυνατότητες, τους πόρους, τις υποδομές, την ετοιμότητα μάχης και την ανθεκτικότητα που απαιτούνται για την αποτροπή και την άμυνα σύμφωνα με τα τρία βασικά μας καθήκοντα: αποτροπή και άμυνα, πρόληψη και διαχείριση κρίσεων και συνεργατική ασφάλεια» επισημαίνεται στο Κοινό Ανακοινωθέν και προστίθεται πως η συμφωνία θα περιλαμβάνει δύο βασικές κατηγορίες αμυντικών επενδύσεων.

Τα κράτη – μέλη θα διαθέτουν τουλάχιστον το 3,5% του ΑΕΠ ετησίως, βάσει του συμφωνημένου ορισμού των αμυντικών δαπανών του ΝΑΤΟ έως το 2035, για την ενίσχυση των βασικών αμυντικών αναγκών και για την επίτευξη των Στόχων του ΝΑΤΟ, ενώ ταυτόχρονα θα υποβάλλουν ετήσια σχέδια που να δείχνουν μια αξιόπιστη, σταδιακή πορεία για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Στη διακήρυξη της συνόδου κορυφής στη Χάγη, οι ηγέτες του ΝΑΤΟ δεσμεύτηκαν επίσης να δαπανούν έως και 1,5% του ΑΕΠ σε συναφείς με την ασφάλεια δαπάνες, όπως είναι η προστασία κρίσιμων υποδομών και η ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανικής βάσης της Συμμαχίας, ενώ η πορεία και η ισορροπία των δαπανών στο πλαίσιο του νέου σχεδίου θα επανεξεταστούν το 2029, υπό το πρίσμα του νέου στρατηγικού περιβάλλοντος και των επικαιροποιημένων στόχων.