
Η επικείμενη υπογραφή για την απόκτηση 2 μεταχειρισμένων φρεγατών κλάσης Carlo Bergamini από το ιταλικό Ναυτικό, αποτελεί μια βεβιασμένη κίνηση για να ενισχυθεί με κύριες μονάδες επιφανείας το ΠΝ εξαιτίας των τραγικών λαθών (και ανικανότητας) που έγιναν την περίοδο 2008-2010, λαθών που πληρώνουμε σήμερα.
Η ενίσχυση με την αγορά των 2 Carlo Bergamini – με τη μεσολάβηση ισχυρού οικονομικού παράγοντα- μπορεί να φαίνεται δικαιολογημένη, καθώς παρά την απόκτηση των 4 FDI το ΠΝ βρίσκεται με σοβαρό έλλειμμα φρεγατών, όμως προκύπτει ένα κύριο ερώτημα:
Θα ήταν το ΠΝ σε αυτή την κατάσταση σήμερα εάν είχε πραγματοποιηθεί η αγορά των 4+2 FREMM που είχε αποφασιστεί στο ΚΥΣΕΑ του Νοεμβρίου του 2008;
Η απάντηση είναι αυτονόητο: Ασφαλέστατα και όχι.
Το ΠΝ θα πάρει -εάν όλα πάνε καλά- στα τέλη της δεκαετίας πλοία τα οποία θα μπορούσε να είχε αποκτήσει πριν από 10 και 15 χρόνια τα οποία διαθέτουν το μισό αριθμό α/α βλημάτων δηλαδή 16 ASTER (αντί 32 όπως ήθελε το ΠΝ για τη βαριά διαμόρφωση των FREMM).
Δεν είναι όμως μόνο τα α/α βλήματα είναι και τα οφέλη που θα είχε η Ελλάδα για τη ναυπηγική βιομηχανία. Το αρχικό πλάνο της περιόδου 2008-2010 προέβλεπε ότι από τις 6 φρεγάτες FREMM, οι 5 θα ναυπηγούνταν στην Ελλάδα και οι δύο θα είχαν πλήρη α/α διαμόρφωση (FREDA).
Αυτό που είχε «κλειδώσει» τότε στις διαπραγματεύσεις ήταν το «1+5»: Η 1η φρεγάτα (το πρωτότυπο ή leader ship) θα ναυπηγείτο στη Γαλλία, στα ναυπηγεία της Lorient, ώστε να εκπαιδευτεί εκεί το ελληνικό τεχνικό προσωπικό.
Οι υπόλοιπες 5 φρεγάτες θα ναυπηγούνταν εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα, στα Ναυπηγεία Ελευσίνας, με πλήρη μεταφορά τεχνογνωσίας από τη γαλλική πλευρά. Εάν η συμφωνία αυτή υλοποιείτο τότε θα επρόκειτο για ένα κολοσσιαίων -κατ΄αναλογία- διαστάσεων ναυπηγικό πρόγραμμα για την Ελλάδα.
Η ναυπήγηση 5 πλοίων των 6.000 τόνων στην Ελλάδα θα ισοδυναμούσε με χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας, μεταφορά τεχνογνωσίας υπό τη μορφή Επιστρεφόμενου Βιομηχανικού Έργου. Όχι μόνο δεν έγινε αυτό, αλλά οι 4 FDI ναυπηγούνται εξολοκλήρου στη Γαλλία —με εξαίρεση ελάχιστα προκατασκευασμένα τμήματα (blocks) — αφήνοντας τελικά ελάχιστα ανταποδοτικά οφέλη για την τοπική ναυπηγική βιομηχανία.
Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα παίρνουμε 4 FDI μειωμένου εκτοπίσματος, όχι σχεδιασμένες για επιχειρήσεις σε ανοικτή θάλασσα, όπως φάνηκε απο την πρόσφατη αποστολή μιας στην Κύπρο, χωρίς δυνατότητα στρατηγικού πλήγματος καθώς δεν θα ΄φέρουν βλήματα MdCN (SCALP-NAVAL) πλοία τα οποία είχε συμφωνηθεί να αγοράζαμε τότε με 600 εκατ. € το ένα. Σήμερα αγοράζουμε με τεράστιο κόστος 460 εκατ. € δύο ιταλικές FREMM συν ακόμη 400 εκατ. € που θα απαιτηθούν για τον εκσυγχρονισμό τους.
Και δεν είναι μόνο αυτό βέβαια. Το ΠΝ θα διαθέτει 10 με 12 κύριες μονάδες επιφανείας οι οποίες θα έχουν εντελώς διαφορετικά συστήματα. Κυριότερο το σύστημα πληροφοριών μα΄χης (CMS) όπου οι FDI θα διαθέτουν το SETIS 3.0 / Next Gen, οι υπο εκσυγχρονισμό MEKO 200HN το TACTICOS και οι δύο Calro Bergamini το ATHENA MK2 / SADOC 3).
Απο αυτό και μόνο το γεγονός αντιλαμβάνεται κανείς πόσο εφιάλτης θα γίνει η υποστήριξη των τριών αυτών διαφορετικών τύπων σκαφών.
Για να έρθουν τα ιταλικά σκάφη στα μέτρα του ΠΝ και να επικοινωνούν με τον υπόλοιπο στόλο (και τις FDI), απαιτούνται μετατροπές στα συστήματα ζεύξης δεδομένων (Data Links) και στα ηλεκτρονικά, πράγμα που σημαίνει έξτρα τιμολόγιο από τη Leonardo και τη Fincantieri.
Σύμφωνα με ιταλικά δημοσιεύματα ότι να γίνουν πλήρως επιχειρησιακές από το ΠΝ, θα χρειαστούν τουλάχιστον επιπρόσθετα 200 εκατομμύρια ευρώ για όπλα, υποστήριξη και την αντικατάσταση των ιταλικών Teseo με γαλλικούς Exocet (συμπεριλαμβανομένου του software integration).
Ακόμη όμως δνε υπάρχει ξεκάθαρη απόφαση τι θα γίνει με τους Teseo αλλά κυριότερα με τα μόλις 16 κελιά α/α πυραύλων των δύο ιταλικών FREMM.
Η γαλλική πρόταση του 2008 για τις 6 φρεγάτες FREMM άγγιζε συνολικά τα 3,5 με 4 δισεκατομμύρια ευρώ. Μέσα σε αυτό το ποσό συμπεριλαμβανόταν η ναυπήγηση των πλοίων, η ενδιάμεση τεχνική υποστήριξη (FOS), η δημιουργία υποδομών στα ελληνικά ναυπηγεία για τη ναυπήγηση των 5 από τα 6 πλοία, και η εκπαίδευση. Αυτό ανέβαζε το πραγματικό κόστος ανά πλοίο κοντά στα 650-700 εκατομμύρια ευρώ.
Το 2008-2010 συζητούσαμε για 6 βαριά οπλισμένες φρεγάτες (FREMM) των 6.000 τόνων, με εγχώρια ναυπήγηση (άρα και επιστροφή χρημάτων στην ελληνική οικονομία/ναυπηγεία) και, το κυριότερο, με στρατηγικό πλήγμα (SCALP Naval), με ένα συνολικό κόστος που υπολογιζόταν γύρω στα 3,5 με 4 δισ. ευρώ (χωρίς το πλήρες stock των όπλων, αλλά για 6 σκάφη).
Σήμερα ο λογαριασμός για τις 4 γαλλικές φρεγάτες συνοδείας (καθώς ο ρόλος τους στο γαλλικό Ναυτικό είναι αυτός της συνοδείας αντικαθιστώντας την κλάση Lafayet) μαζί με τα όπλα τους (Aster 30, Exocet Block 3C) και την αρχική υποστήριξη (FOS) αγγίζει ήδη τα 4 δισ. ευρώ.
Με απλά λόγια, το 2010 τα 4 δισεκατομμύρια ευρώ μάς αγόραζαν 6 πλοία με στρατηγικές ικανότητες Land Attack και ναυπήγηση στην Ελλάδα. Σήμερα, τα ίδια 4 δισεκατομμύρια ευρώ μάς αγοράζουν μόλις 4 πλοία (κατά πολύ μικρότερου εκτοπίσματος, μόλις 4.500 τόνων), ναυπηγημένα εξ ολοκλήρου στη Γαλλία και με τους SCALP Naval να αγνοούνται προς το παρόν.
Αυτή η διαφορά (6 πλοία τότε, 4 πλοία σήμερα με τα ίδια λεφτά) δείχνει ανάγλυφα πόσο ακριβά πληρώνει η Ελλάδα τον χρόνο και την ιστορική ευκαιρία που έχασε στα μνημόνια και τον πληθωρισμό της παγκόσμιας αμυντικής βιομηχανίας.
Και το χειρότερο; Επειδή αυτά τα 4 νέα πλοία δεν φτάνουν για να καλύψουν τις 8 γερασμένες φρεγάτες που αποσύρονται, τρέχουμε τώρα (εν έτει 2026) να δώσουμε κι άλλα 600-800 εκατομμύρια για να πάρουμε τα 2 μεταχειρισμένα ιταλικά Bergamini με τα 16 βλήματα.
Όλα αυτά θα είχαν απλώς αποφευχθεί αν είχε γίνει η αγορά του 2008.
Το χρονικό της αποτυχίας – 2004-2006: Οι πρώτες επαφές
Το γαϊτανάκι ξεκινά τον Απρίλιο του 2004, όταν η γαλλο-ιταλική κοινοπραξία ARMARIS καλεί την Ελλάδα στο κοινό πρόγραμμα ναυπήγησης της νέας ευρωπαϊκής φρεγάτας FREMM. Το Πολεμικό Ναυτικό ανταποκρίνεται άμεσα. Την 1η Ιουλίου 2004, εκδίδεται η Μελέτη Καθορισμού Προγράμματος (ΜΚΠ) για την απόκτηση 6 φρεγατών Αντι-Αεροπορικού Πολέμου Περιοχής (AAW). Δύο χρόνια μετά, το 2006, υπογράφεται Μνημόνιο Συνεργασίας μεταξύ των Ελληνικών Ναυπηγείων (ΕΝΑΕ) και της γαλλικής DCNS (νυν Naval Group) για την εγχώρια ναυπήγησή τους, σε περίπτωση που η Αθήνα επέλεγε την κλάση.
2008-2010
Το πρόγραμμα αποκτά στρατηγικό χαρακτήρα το 2008. Τον Απρίλιο εισάγεται στο Ανώτατο Ναυτικό Συμβούλιο (ΑΝΣ) η Μελέτη Γενικών Επιχειρησιακών Απαιτήσεων (ΜΓΕΑ), ενώ τον Ιούνιο, Κώστας Καραμανλής και Νικολά Σαρκοζί χαιρετίζουν τη βιομηχανική συνεργασία DCNS και Ελευσίνας.
Η καταλυτική στροφή γίνεται κατά την επίσκεψη Σαρκοζί στην Αθήνα. Η Γαλλία προσφέρει στην Ελλάδα το απόλυτο όπλο: τους πυραύλους cruise SCALP Naval (MdCN), με ακτίνα δράσης άνω των 1.000 χιλιομέτρων, προσδίδοντας στο ΠΝ δυνατότητα πλήγματος βαθιά στην τουρκική ενδοχώρα. Το ΠΝ τροποποιεί αμέσως τη ΜΓΕΑ (Απόφαση ΑΝΣ 46/08), απαιτώντας τουλάχιστον 32 θέσεις βλημάτων (16 για αεράμυνα περιοχής, 16 για άμυνα σημείου) και επιπλέον υποδομή για 8 βλήματα cruise.
Τον Νοέμβριο του 2008, το ΚΥΣΕΑ αποφασίζει την έναρξη των διαδικασιών για διακρατική συμφωνία. Τον Ιανουάριο του 2009, ο τότε ΥΕΘΑ Ε. Μεϊμαράκης δηλώνει στους δημοσιογράφους: «Οι FREMM επιλέχθηκαν ως το επόμενο κύριο σκάφος επιφανείας του Π.Ν.». Στις 2 Σεπτεμβρίου 2010, ξεκινά στη ΓΔΑΕΕ ο τελικός γύρος διαπραγματεύσεων με την DCNS. Σε τιμές εκείνης της εποχής, το κόστος ανά μονάδα ανερχόταν στα 700 εκατ. ευρώ. Όμως, ο τελικός γύρος δεν θα ολοκληρωθεί ποτέ.
Η είσοδος στα Μνημόνια
Παρά την οικονομική κατάρρευση, τον Φεβρουάριο του 2010, ο αναπληρωτής ΥΕΘΑ Π. Μπεγλίτης δηλώνει στο Reuters ότι η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου θα προχωρήσει με την αγορά των έξι FREMM, ενεργοποιώντας τη διμερή συμφωνία. Το θέμα συζητείται στο Παρίσι μεταξύ Παπανδρέου και Σαρκοζί, αλλά προσκρούει σε τοίχο. Οι Αμερικανοί, οι οποίοι είχαν ήδη πολεμήσει το πρόγραμμα των ρωσικών ΤΟΜΑ BMP-3HEL, αντιδρούν σφοδρά στη γαλλική προμήθεια, αρνούμενοι να αποκτήσει η Ελλάδα στρατηγικό όπλο όπως ο SCALP Naval.
Τον Φεβρουάριο του 2013, με νέα κυβερνητική αλλαγή (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ), ο ΥΕΘΑ Π. Παναγιωτόπουλος και ο Γάλλος ομόλογός του Ζαν-Ιβ Λε Ντριάν επιχειρούν μια απέλπιδα προσπάθεια: τη μίσθωση δύο φρεγατών FREMM έναντι 100 εκατ. ευρώ ετησίως, κατόπιν συμφωνίας Σαμαρά – Ολάντ. Αυτή τη φορά, το αμερικανικό «στοπ» συνοδεύεται από γερμανικό βέτο, καθώς από την άνοιξη του 2012 το Βερολίνο ελέγχει απόλυτα την ελληνική οικονομία και Άμυνα.
Το καλοκαίρι του 2015, με την κρίση στο κατακόρυφο, η Γαλλία βάζει πολιτική πλάτη για την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ. Στο παρασκήνιο αναζητούνται περίπλοκες χρηματοδοτικές φόρμουλες (π.χ. αγορά μέσω επιστροφής κερδών από τα ελληνικά ομόλογα που διακρατούσε η γαλλική κεντρική τράπεζα) ώστε να μην επιβαρυνθεί άμεσα το χρέος. Προκύπτουν μάλιστα και νομικά παράδοξα: επειδή τυπικά τα πλοία δεν θα ανήκαν στην Ελλάδα, αν βυθίζονταν σε επιχειρήσεις, ποιος θα πλήρωνε την ασφάλειά τους;
Το 2017, με τον στόλο στην «εντατική», το ενδιαφέρον για εκμίσθωση δύο FREMM επανέρχεται, αλλά τότε εμφανίζονται για πρώτη φορά στο προσκήνιο οι Belh@rra (μετέπειτα FDI). Λόγω σκληρής γερμανικής αντίδρασης, οι FREMM εξαφανίζονται εν μια νυκτί.
Το σκηνικό μετατρέπεται σε γεωπολιτική κωμωδία: στο παιχνίδι μπαίνουν σφήνα οι ΗΠΑ με τις MMSC, οι αρχικές τέσσερις γαλλικές FDI γίνονται τρεις, και οι οκτώ πύραυλοι SCALP Naval γίνονται μηδέν. Το ΠΝ ήταν έτοιμο να καταλήξει με τις αμερικανικές MMSC, εάν δεν μεσολαβούσε η διεθνής καραμπόλα του AUKUS, όπου η ακύρωση του γαλλικού συμβολαίου υποβρυχίων από την Αυστραλία ανάγκασε την Ουάσιγκτον να «παραχωρήσει» την ελληνική αγορά στο Παρίσι ως αποζημίωση.