
Νέα δεδομένα στη στρατηγική ισορροπία δυνάμεων φαίνεται να δημιουργεί η πρόσφατη δοκιμαστική εκτόξευση βαλλιστικού πυραύλου μεγάλου βεληνεκούς από κινεζικό πυρηνικό υποβρύχιο στον Ειρηνικό Ωκεανό.
Σύμφωνα με διεθνείς αναλυτές, η κίνηση αυτή αποτελεί ακόμα ένα βήμα στην προσπάθεια του Πεκίνου να ενισχύσει την αποκαλούμενη «πυρηνική τριάδα», δηλαδή την ικανότητα εκτόξευσης πυρηνικών όπλων από ξηρά, αέρα και θάλασσα.
Όπως αναφέρουν οι New York Times, ο πύραυλος εκτοξεύθηκε στις 6 Ιουλίου από υποβρύχιο που επιχειρούσε στα ανοιχτά των κινεζικών ακτών και κατέληξε σε θαλάσσια περιοχή περίπου 1.200 χιλιόμετρα βορειοανατολικά των Νήσων Σολομώντα.
Πρόκειται μόλις για την τρίτη γνωστή δοκιμή κινεζικού πυραύλου μεγάλου βεληνεκούς στον Ειρηνικό, μετά τις αντίστοιχες του 1980 και του 2024.
Η δοκιμή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς μέχρι σήμερα η Κίνα επικεντρωνόταν κυρίως σε χερσαίες εκτοξεύσεις.
Η επιλογή ενός πυρηνικού υποβρυχίου ως πλατφόρμας εκτόξευσης ερμηνεύεται ως μήνυμα ότι το Πεκίνο επιχειρεί να ενισχύσει την αξιοπιστία της θαλάσσιας πυρηνικής αποτροπής του και να επιδείξει μεγαλύτερη επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Παρότι οι κινεζικές Αρχές δεν αποκάλυψαν λεπτομέρειες για τον τύπο του υποβρυχίου ή του πυραύλου, αρκετοί ειδικοί εκτιμούν ότι χρησιμοποιήθηκε υποβρύχιο κλάσης Type 094, το οποίο πιθανότατα εκτόξευσε τον διηπειρωτικό βαλλιστικό πύραυλο JL-3 με εικονική και όχι πραγματική πυρηνική κεφαλή.
Η κρατική εφημερίδα «Global Times» χαρακτήρισε τη δοκιμή σημαντικό βήμα για την ολοκλήρωση της κινεζικής «πυρηνικής τριάδας», υποστηρίζοντας ότι οι ναυτικές πυρηνικές δυνάμεις της χώρας αποκτούν πλέον τη δυνατότητα στρατηγικής ανταπόδοσης στον Ειρηνικό.
Αναλυτές στις ΗΠΑ εκτιμούν ότι η δοκιμή είχε και ισχυρό συμβολικό χαρακτήρα.
Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Τζόρτζταουν Έβαν Μεντέιρος υποστηρίζει ότι η Κίνα επιδιώκει να αποδείξει πως διαθέτει πλέον ολοκληρωμένες πυρηνικές δυνατότητες και δοκιμάζει τα όρια της αμερικανικής στρατηγικής αποτροπής στην περιοχή.
Παρά τη σημαντική πρόοδο, το Πεκίνο εξακολουθεί να υστερεί έναντι των ΗΠΑ και της Ρωσίας στις επιχειρήσεις πυρηνικών υποβρυχίων.
Το βασικό μειονέκτημα των κινεζικών μονάδων παραμένει ο υψηλότερος θόρυβος που παράγουν κατά την πλεύση, γεγονός που τις καθιστά πιο εύκολα ανιχνεύσιμες από τα αντίπαλα συστήματα σόναρ και περιορίζει το πλεονέκτημα της μυστικότητας.
Σύμφωνα με στοιχεία του αμερικανικού Ναυτικού, η Κίνα διαθέτει σήμερα περίπου 14 πυρηνοκίνητα υποβρύχια, εκ των οποίων τα έξι μπορούν να μεταφέρουν πυρηνικούς πυραύλους.
Αν και ο αριθμός αυτός απέχει σημαντικά από τον αντίστοιχο των ΗΠΑ, το Πεκίνο επενδύει διαρκώς σε νέα υποβρύχια με βελτιωμένη τεχνολογία και χαμηλότερο ακουστικό ίχνος.
Οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι η πρόσφατη εκτόξευση δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός.
Αντίθετα, θεωρούν πως εντάσσεται σε μια μακροπρόθεσμη στρατηγική της Κίνας για την ενίσχυση της πυρηνικής αποτροπής στη θάλασσα και ότι τα επόμενα χρόνια αναμένονται νέες δοκιμές μεγάλου βεληνεκούς στον Ειρηνικό.