Ο Τζο Μπάιντεν είναι εκείνος που θα αντιμετωπίσει τον Ντόναλντ Τραμπ στις προεδρικές εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, στις ΗΠΑ, με την Τουρκία να μην επιθυμεί την εκλογή του.

Ο υποψήφιος του Δημοκρατικού Κόμματος για το ανώτατο αξίωμα των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής τάσσεται υπέρ μιας νέας προσέγγισης της χώρας απέναντι στον «αυταρχικό» Τούρκο Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, καθώς όπως είχε δηλώσει προ μηνών: «Ένας κυνικός σχολιαστής θα συνέδεε τη συγκυρία των αντιδράσεων με τις δημοσκοπήσεις στις ΗΠΑ που δείχνουν τον Τζο Μπάιντεν να έχει σημαντικό προβάδισμα έναντι του Ντόναλντ Τραμπ (…) κι η τουρκική επίδειξη περιφρόνησης αποσκοπούσε στο να προσελκύσει την προσοχή».

Όπως αναφέρει, σε δημοσίευμά του, το Bloomberg: «Η Τουρκία έχει λόγους να ανησυχεί για τις προοπτικές επικράτησης του Δημοκρατικού προεδρικού υποψηφίου Μπάιντεν στις 3 Νοεμβρίου, αφού θα τερματιστεί έτσι η στενή σχέση που καλλιέργησε ο Ερντογάν με τον Τραμπ και θα πρέπει η Άγκυρα να συναλλάσσεται με κάποιον που έχει αντίθετες απόψεις από εκείνη.

Άλλοι ηγέτες σε παρόμοιες καταστάσεις θα υποβάθμιζαν τις διαφορές απόψεων και θα εστίαζαν στα σημεία όπου συμφωνούν με τον προηγούμενο στις δημοσκοπήσεις Αμερικανό προεδρικό υποψήφιο, αλλά αυτό δεν είναι το στιλ του Ερντογάν, ο οποίος έναν μήνα πριν από το ρεπουμπλικανικό συνέδριο του 2016, που έδωσε το χρίσμα στον Τραμπ, ζήτησε να αλλάξει όνομα ο “Πύργος Τραμπ” στην Κωνσταντινούπολη, επικαλούμενος την “ισλαμοφοβία” του Ρεπουμπλικανού προεδρικού υποψηφίου.

Τραμπ και Ερντογάν ξεπέρασαν την αμοιβαία δυσπιστία τους επειδή δεν ενοχλούν την Άγκυρα οι θέσεις του νυν Προέδρου των ΗΠΑ σε θέματα ύψιστης σημασίας για τον Τούρκο ομόλογό του, από το ΝΑΤΟ μέχρι τη Συρία και τη Λιβύη και την Ανατολική Μεσόγειο. Ο Μπάιντεν από την άλλη έχει απόψεις για την Τουρκία και τη συμπεριφορά της στην ευρύτερη περιοχή που θα είναι δύσκολο να τις αλλάξει. Το 2014 -και με τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις να περνούν κρίσιμη φάση- ο τότε αντιπρόεδρος των ΗΠΑ είχε αναγκαστεί να ζητήσει συγγνώμη για σχόλιά του ότι “ο Ερντογάν αναγνώρισε το λάθος της κυβέρνησής του να επιτρέψει σε τζιχαντιστές να περάσουν μέσω Τουρκίας στη Συρία και το Ιράκ“.

Όπως προστίθεται από το Bloomberg: «Αλλά εκείνο που ανησυχεί ιδιαίτερα την Τουρκία σε περίπτωση που ο Μπάιντεν εκλεγεί Πρόεδρος είναι η συμπάθειά του για τους Κούρδους στο Ιράκ και τη Συρία. Το 2006 είχε προτείνει το διαμελισμό του Ιράκ με βάση τις φυλετικές και εθνοτικές διαχωριστικές γραμμές, πράγμα που θα οδηγούσε στη δημιουργία ενός κουρδικού κράτους στα νοτιοανατολικά σύνορα της Τουρκίας, που αντιμετωπίζει εχθρικά τους Κούρδους στα εδάφη της.

Αναφορικά με τη Συρία, ο Μπάιντεν έχει καταγγείλει τον Τραμπ ότι πρόδωσε τις κουρδικές πολιτοφυλακές που βοήθησαν τις ΗΠΑ στον πόλεμο κατά του ISIS, τις ίδιες πολιτοφυλακές που ο Ερντογάν θεωρεί “τρομοκράτες” που συνεργάζονται με τους αυτονομιστές του PKK στην Τουρκία και θέλει να τις εξολοθρεύσει. Ο Τραμπ δεν έδειξε πρόθυμος να εμποδίσει στα σχέδιά του τον Ερντογάν, όταν o τελευταίος έστειλε δυνάμεις στη βορειοανατολική Συρία. Ο Μπάιντεν, όμως, στα σχόλιά του στους δημοσιογράφους των “New York Times” υποστήριξε ότι θα όρθωνε ανάστημα στον Τούρκο Πρόεδρο αναφορικά με το θέμα αυτό: “Το τελευταίο που θα έκανα θα ήταν να υποχωρήσω στις πιέσεις του αναφορικά με τους Κούρδους. Το τελευταίο”.

Πέρα από αυτό, ο Μπάιντεν έκανε κι άλλα σχόλια που εξοργίζουν την τουρκική ηγεσία, ασκώντας κριτική στις επιθετικές κινήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο και την αγορά των S-400 από τη Ρωσία, ενώ εξέφρασε και την ανησυχία του για τα αμερικανικά πυρηνικά όπλα που βρίσκονται σε νατοϊκές βάσεις στην Τουρκία. Στην Άγκυρα είναι πλέον σαφές ότι με τον Μπάιντεν στον Λευκό Οίκο η προνομιακή σχέση που είχε μέχρι τώρα ο Ερντογάν με τον Αμερικανό Πρόεδρο δεν θα έχει συνέχεια. Μάλλον το αντίθετο».