
Γνωρίζεις τι είναι το περίφημο peek-a-boo; Αν όχι, αρκεί να φέρεις στο μυαλό σου έναν πυγμάχο που κρατά τα γάντια του ψηλά, σχεδόν κολλημένα στο πρόσωπο, καλύπτοντας τα μάγουλα και τη μύτη του, ενώ ταυτόχρονα κινεί αδιάκοπα τον κορμό και το κεφάλι του.
Πρόκειται για μια από τις πιο απαιτητικές αμυντικές τεχνικές στην ιστορία της πυγμαχίας. Ο μαχητής δεν μένει ποτέ ακίνητος. Το κεφάλι αλλάζει συνεχώς θέση, τα πόδια βρίσκονται σε διαρκή ετοιμότητα και κάθε αποφυγή μπορεί να μετατραπεί σε άμεση αντεπίθεση. Απαιτεί ταχύτητα, εκρηκτικότητα, εξαιρετικά αντανακλαστικά και απόλυτη συγκέντρωση.
Τώρα φαντάσου τον άνθρωπο που τελειοποίησε αυτή τη μέθοδο και την έκανε παγκοσμίως γνωστή: τον Μάικ Τάισον.
Οι περισσότεροι θυμούνται τον «Iron Mike» για τα αδιανόητα νοκ άουτ και τη δύναμη που διέθετε στα χέρια του. Όμως η κυριαρχία του στο ρινγκ δεν οφειλόταν μόνο στην επιθετικότητα. Πίσω από κάθε εντυπωσιακή νίκη βρισκόταν μια σχολή πυγμαχίας που είχε διαμορφώσει ο μέντοράς του, ο θρυλικός Κας Ντ’Αμάτο.
Ο Αμερικανοϊταλός προπονητής δίδαξε στον νεαρό Τάισον τη φιλοσοφία του peek-a-boo, ενός στυλ που συνδύαζε αδιάκοπη κίνηση, αμυντική θωράκιση και εκρηκτικές αντεπιθέσεις. Ο αντίπαλος δυσκολευόταν να τον βρει με καθαρό χτύπημα, ενώ ο ίδιος βρισκόταν διαρκώς σε θέση να απαντήσει με δύναμη.
Ο Ντ’Αμάτο πίστευε ότι η ουσία της πυγμαχίας δεν είναι απλώς να χτυπάς, αλλά να χτυπάς χωρίς να δέχεσαι χτυπήματα.
«Όταν μπορείς να χτυπάς τον αντίπαλό σου ενώ εκείνος δεν μπορεί να σε χτυπήσει, τότε είσαι πραγματικός μαχητής. Αυτή είναι η επιστήμη της πυγμαχίας», συνήθιζε να λέει.
Η βασική αρχή του συστήματος ήταν η συνεχής μετακίνηση του κεφαλιού και του κορμού. Ο πυγμάχος απέφευγε τις γροθιές χωρίς να απομακρύνεται, παραμένοντας σε απόσταση βολής ώστε να απαντήσει αμέσως με αντεπίθεση.
Μάλιστα, όταν η αποφυγή γινόταν πλάγια, η επιστροφή του σώματος δημιουργούσε επιπλέον ορμή, μετατρέποντας το επόμενο χτύπημα σε πραγματικό όπλο.
Φυσικά, στην περίπτωση του Τάισον υπήρχε και ένα ακόμη στοιχείο που έκανε τη διαφορά: η τρομακτική φυσική δύναμή του.
Από τα εφηβικά του χρόνια ξεχώριζε για τα αθλητικά του προσόντα. Μπορούσε να σηκώσει περίπου 90 κιλά στον πάγκο, ενώ η καθημερινότητά του ήταν αφιερωμένη σχεδόν αποκλειστικά στην προπόνηση. Τις εβδομάδες πριν από τους αγώνες προπονούνταν έως και 60 ώρες, ξεκουραζόμενος μόνο μία ημέρα.
Ο Ντ’Αμάτο είχε αντιληφθεί ότι απέναντί του δεν είχε απλώς ένα ταλέντο, αλλά έναν αθλητή διατεθειμένο να δουλέψει σκληρότερα από όλους. Για τον λόγο αυτό τον έβαζε να χτυπά έναν σάκο βάρους 130 κιλών, αναπτύσσοντας σταδιακά την εκρηκτική δύναμη που αργότερα θα γινόταν το σήμα κατατεθέν του.
Η σχέση τους ξεπέρασε τα όρια προπονητή και αθλητή. Μετά τον θάνατο της μητέρας του Τάισον, ο Ντ’Αμάτο στάθηκε δίπλα του σαν πατέρας, καθοδηγητής και μέντορας.
Ήταν εκείνος που του εμφύσησε τη φιλοσοφία του peek-a-boo, με τα χέρια διαρκώς ψηλά, τους αγκώνες σφιχτά στα πλευρά και το σώμα σε συνεχή κίνηση.
Για την ιστορία, ο πρώτος πυγμάχος που αξιοποίησε με μεγάλη επιτυχία τη συγκεκριμένη τεχνική ήταν ο δις παγκόσμιος πρωταθλητής και χρυσός Ολυμπιονίκης Φλόιντ Πάτερσον. Αργότερα τη χρησιμοποίησαν και άλλοι σπουδαίοι αθλητές, όπως ο Χοσέ Τόρες και ο Κέβιν Ρούνεϊ.
Ωστόσο, κανείς δεν ταυτίστηκε μαζί της όσο ο Μάικ Τάισον.
Μέχρι το 1988 ο Αμερικανός μετρούσε 35 νίκες σε ισάριθμους αγώνες, όλες με νοκ άουτ, αποτελώντας τον απόλυτο φόβο κάθε αντιπάλου.
Πολλοί θεωρούν ότι υπήρξε ο τελευταίος πυγμάχος που εφάρμοσε το peek-a-boo στην πιο ολοκληρωμένη μορφή του.
Η συνέχεια της ζωής του, βέβαια, δεν είχε την ίδια λάμψη.
Η συνεργασία του με τον Ντον Κινγκ, τα οικονομικά προβλήματα, οι δικαστικές περιπέτειες, οι καταχρήσεις και οι προσωπικές κρίσεις σημάδεψαν την καριέρα και τη ζωή του.
Κάποτε το peek-a-boo τον προστάτευε από τις γροθιές των αντιπάλων του. Εκτός ρινγκ όμως δεν υπήρχε αντίστοιχη άμυνα.
Και κάπως έτσι ο άνθρωπος που έμεινε στην ιστορία ως ο «Baddest Man on the Planet» έγινε θρύλος όχι μόνο για όσα έκανε μέσα στα σχοινιά, αλλά και για τη θυελλώδη ζωή που ακολούθησε.