Το 1994, η αποτυχία της εθνικής ομάδας της Κολομβίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο με το μοιραίο αυτογκόλ του Αντρές Εσκομπάρ απέναντι στη διοργανώτρια χώρα είχαν τραγική συνέχεια, καθώς λίγες ημέρες αργότερα ο διεθνής αμυντικός δολοφονήθηκε μετά από νυχτερινή έξοδο.

Τρεις δεκαετίες αργότερα, το Μουντιάλ επέστρεψε στις ΗΠΑ, με την Κολομβία να αποχαιρετά τη διοργάνωση στη φάση των «16» μετά τον αποκλεισμό από την Ελβετία στη διαδικασία των πέναλτι. Παρά την καλή της εμφάνιση και τις σημαντικές ευκαιρίες που δημιούργησε, η ομάδα δεν κατάφερε να πάρει την πρόκριση.

Κατά τη διάρκεια της παράτασης, ο Χάμιντον Καμπάς είχε μεγάλη ευκαιρία στο 114ο λεπτό να χαρίσει το προβάδισμα στην Κολομβία, όμως δεν μπόρεσε να σκοράρει. Ο 25χρονος επιθετικός ευστόχησε αργότερα στο πέναλτι που εκτέλεσε, ωστόσο μετά το τέλος της αναμέτρησης βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα σοκαριστικό «κύμα» διαδικτυακών απειλών.

Οι λογαριασμοί του στα social media πλημμύρισαν από μηνύματα μίσους και απειλές εναντίον του ίδιου και της οικογένειάς του. Για λόγους ασφαλείας, ο Καμπάς αποφάσισε να μην επιστρέψει με την υπόλοιπη αποστολή στην Κολομβία και να ταξιδέψει σε άλλη χώρα προκειμένου να απομακρυνθεί προσωρινά από την ένταση.

Η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Κολομβίας καταδίκασε τις απειλές και ζήτησε την παρέμβαση της Γενικής Εισαγγελίας για τον εντοπισμό και τη δίωξη των υπευθύνων.

«Κανένας αθλητής ή μέλος του περιβάλλοντός του δεν πρέπει να υφίσταται εκφοβισμό επειδή εκπροσωπεί τη χώρα του», ανέφερε η ομοσπονδία, εκφράζοντας τη στήριξή της στον ποδοσφαιριστή, την οικογένειά του και όλα τα μέλη της εθνικής ομάδας.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι το ποδόσφαιρο πρέπει να αποτελεί χώρο σεβασμού, ενότητας και ελπίδας και όχι πεδίο απειλών και βίας, καλώντας τους φιλάθλους να διαχωρίζουν τον αθλητικό ανταγωνισμό από ακραίες συμπεριφορές.

Ο Καμπάς συμμετείχε σε τρεις από τις πέντε αναμετρήσεις της Κολομβίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο, σημειώνοντας ένα γκολ στη διοργάνωση, απέναντι στο Ουζμπεκιστάν.