Ο Ντάριο Ντιμπουά ήταν ένας από τους πιο εκκεντρικούς ποδοσφαιριστές της Αργεντινής, καθώς αγωνιζόταν με το πρόσωπό του βαμμένο σαν μουσικός black metal.

Η ζωή του, όμως, είχε τραγικό τέλος, όταν το 2008 έπεσε θύμα ένοπλης ληστείας και πυροβολήθηκε δύο φορές, με αποτέλεσμα να χάσει τη ζωή του σε ηλικία μόλις 37 ετών.

Ένας ποδοσφαιριστής που δεν έμοιαζε με κανέναν άλλον

Ο Ντιμπουά γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες και πέρασε σχεδόν ολόκληρη την ποδοσφαιρική του διαδρομή στις χαμηλότερες κατηγορίες της Αργεντινής.

Φόρεσε τις φανέλες ομάδων όπως η Λουγκάνο, η Φεροκαρίλ Μίντλαντ, η Ντεπορτίβο Ριέστρα, η Ντεπορτίβο Λαφερέρε και η Βικτοριάνο Αρένας.

Δεν έφτασε ποτέ στα μεγάλα σαλόνια του αργεντίνικου ποδοσφαίρου, ούτε απέκτησε διεθνή καριέρα. Υπολογίζεται ότι αγωνίστηκε σε περίπου 150 παιχνίδια στις μικρότερες κατηγορίες.

Για τον ίδιο, πάντως, το ποδόσφαιρο δεν ήταν το μοναδικό πάθος. Η μεγάλη του αγάπη ήταν η μουσική και ειδικότερα η heavy metal και η black metal σκηνή. Έπαιζε μουσική, συμμετείχε σε συγκροτήματα και παράλληλα εργαζόταν ως ηχολήπτης.

Το ποδόσφαιρο του έδινε τη δυνατότητα να παραμένει δραστήριος, να αγωνίζεται και να εξασφαλίζει κάποια χρήματα, όμως η μουσική παρέμενε στο επίκεντρο της ζωής του.

Όταν το black metal μπήκε στο γήπεδο

Το 1998, ενώ αγωνιζόταν στη Φεροκαρίλ Μίντλαντ, ο Ντιμπουά αποφάσισε να κάνει κάτι που δύσκολα θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο.

Πριν από αγώνα εμφανίστηκε με το πρόσωπό του βαμμένο λευκό και μαύρο, χρησιμοποιώντας το λεγόμενο «corpse paint», την ιδιαίτερη αισθητική που έχει συνδεθεί με πολλούς καλλιτέχνες του black metal.

Δεν επρόκειτο για μία εμφάνιση που έκανε μόνο μία φορά.

Για περίπου 13-14 παιχνίδια συνέχισε να αγωνίζεται με διαφορετικά σχέδια στο πρόσωπό του, μετατρέποντας την παρουσία του στον αγωνιστικό χώρο σε πραγματικό θέαμα.

Οι φωτογραφίες του έκαναν τον γύρο των αθλητικών μέσων και οι δημοσιογράφοι του έδωσαν το παρατσούκλι «ο Kiss του ποδοσφαίρου».

Ο ίδιος θεωρούσε ότι το βάψιμο τον βοηθούσε ψυχολογικά. Έλεγε πως όταν έμπαινε στο γήπεδο με το συγκεκριμένο look ένιωθε πιο δυνατός και έτοιμος για τη σκληρή μάχη ενός ποδοσφαιρικού αγώνα.

Η εμφάνιση, ωστόσο, προκάλεσε αντιδράσεις και τελικά οι αρμόδιες ποδοσφαιρικές αρχές της Αργεντινής απαγόρευσαν στους παίκτες να αγωνίζονται με βαμμένα πρόσωπα.

Για τον Ντιμπουά, όμως, η απαγόρευση δεν μπορούσε να αλλάξει το γεγονός ότι είχε ήδη γίνει μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φυσιογνωμίες των μικρών κατηγοριών.

Δεν φοβόταν να συγκρουστεί

Η αντισυμβατικότητά του δεν περιοριζόταν στην εμφάνισή του.

Ο Ντιμπουά είχε επίσης τη φήμη ενός ποδοσφαιριστή που δεν δίσταζε να αντιδράσει όταν θεωρούσε ότι είχε γίνει κάποια αδικία.

Χαρακτηριστικό ήταν ένα περιστατικό με χορηγό ομάδας του. Είχε συμφωνηθεί να δίνονται χρήματα στους ποδοσφαιριστές για κάθε νίκη, όμως μετά από τρία νικηφόρα παιχνίδια οι παίκτες δεν είχαν λάβει όσα περίμεναν.

Ο Ντιμπουά επέλεξε έναν ιδιαίτερα συμβολικό τρόπο διαμαρτυρίας.

Κάλυψε με λάσπη το λογότυπο του χορηγού που υπήρχε πάνω στη φανέλα του, δείχνοντας έτσι την αντίθεσή του στη συγκεκριμένη κατάσταση.

Το 2003 βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο, όταν μετά από αγώνα της Βικτοριάνο Αρένας κατήγγειλε ότι είχε γίνει προσπάθεια να επηρεαστεί το αποτέλεσμα.

Σύμφωνα με όσα υποστήριξε, άνθρωπος της αντίπαλης ομάδας είχε προσφέρει χρήματα σε ποδοσφαιριστές προκειμένου να χάσουν.

Ο Ντιμπουά υποστήριξε ότι αρνήθηκε να συμμετάσχει και στη συνέχεια μίλησε δημόσια για το περιστατικό.

Ο τραυματισμός που τον ανάγκασε να αποχωρήσει

Η ποδοσφαιρική του πορεία σταμάτησε τελικά το 2005.

Ένας σοβαρός τραυματισμός στο γόνατο τον άφησε εκτός δράσης και για να επιστρέψει χρειαζόταν χειρουργική επέμβαση.

Τα οικονομικά προβλήματα, όμως, αποδείχθηκαν καθοριστικά.

Στις μικρές κατηγορίες του αργεντίνικου ποδοσφαίρου οι απολαβές ήταν περιορισμένες και ο Ντιμπουά δεν μπορούσε να καλύψει το κόστος της επέμβασης και της αποκατάστασης. Χωρίς τη δυνατότητα να ακολουθήσει την απαραίτητη θεραπεία, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ενεργό δράση σε ηλικία 34 ετών.

Η αποχώρησή του από τα γήπεδα δεν σήμανε το τέλος της δράσης του. Αντίθετα, είχε πλέον περισσότερο χρόνο για τη μεγάλη του αγάπη.

Επέστρεψε στη μουσική

Ο Ντιμπουά αφοσιώθηκε ακόμη περισσότερο στη μουσική. Συνέχισε να συμμετέχει σε συγκροτήματα και εργάστηκε ως ηχολήπτης σε συναυλίες και μουσικές εκδηλώσεις.

Το ποδόσφαιρο είχε πλέον περάσει στο παρελθόν, όμως η χαρακτηριστική του προσωπικότητα παρέμενε αναλλοίωτη. Μέχρι που στις αρχές του 2008 συνέβη το περιστατικό που θα άλλαζε για πάντα τη ζωή του.

Η ληστεία που του κόστισε τη ζωή

Στις 2 Μαρτίου 2008, ο Ντιμπουά είχε ολοκληρώσει την εργασία του ως ηχολήπτης σε χώρο στη Λα Ματάνσα, στην ευρύτερη περιοχή του Μπουένος Άιρες.

Κατά την επιστροφή του έπεσε θύμα ένοπλης ληστείας. Οι δράστες τον πυροβόλησαν δύο φορές. Οι σφαίρες τον τραυμάτισαν στην κοιλιά και στο πόδι. Ο πρώην ποδοσφαιριστής μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο, όπου οι γιατροί προσπάθησαν να τον κρατήσουν στη ζωή.

Η κατάστασή του ήταν εξαιρετικά σοβαρή και για περίπου δύο εβδομάδες έδωσε μάχη.

Δεν τα κατάφερε. Στις 17 Μαρτίου 2008, λίγες ημέρες μετά τα 37α γενέθλιά του, ο Ντάριο Ντιμπουά άφησε την τελευταία του πνοή.

Οι λεπτομέρειες γύρω από τη ληστεία και την επίθεση δεν ξεκαθαρίστηκαν ποτέ πλήρως.

Ο Ντιμπουά δεν έγινε ποτέ αστέρας των μεγάλων γηπέδων. Έμεινε, όμως, στη μνήμη όσων τον γνώρισαν ως μία από τις πιο ξεχωριστές μορφές του αργεντίνικου ποδοσφαίρου.

Ένας ποδοσφαιριστής που έμπαινε στο γήπεδο με το πρόσωπο βαμμένο σαν πολεμιστής του black metal, ένας μουσικός που δεν εγκατέλειψε ποτέ το πάθος του και ένας άνθρωπος που έφυγε από τη ζωή πολύ νωρίς και με τραγικό τρόπο.