Ο πρώην παγκόσμιος πρωταθλητής του σνούκερ Γκρέιμ Ντοτ καταδικάστηκε σε επτά χρόνια φυλάκισης, αφού κρίθηκε ένοχος για σεξουαλική κακοποίηση δύο παιδιών, σε υπόθεση που αφορά περιστατικά τα οποία εκτείνονται σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.

Ο 49χρονος Σκωτσέζος, ο οποίος κατέκτησε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα σνούκερ το 2006, καταδικάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο του Εδιμβούργου για δύο κατηγορίες που αφορούσαν ένα κορίτσι και ένα αγόρι, όταν και τα δύο βρίσκονταν ακόμη σε ηλικία δημοτικού.

Ο Ντοτ αρνήθηκε τις κατηγορίες καθ’ όλη τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας και εξακολουθεί να δηλώνει αθώος, σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο.

«Τους στέρησες ένα σημαντικό μέρος της παιδικής τους ηλικίας»

Τα περιστατικά που αφορούν το κορίτσι τοποθετούνται χρονικά μεταξύ 1993 και 1996, ενώ εκείνα που αφορούν το αγόρι φέρονται να σημειώθηκαν από το 2006 έως το 2010.

Ο Ντοτ κρίθηκε ένοχος για δύο κατηγορίες που, σύμφωνα με τη νομική ορολογία της διαδικασίας, αφορούσαν άσεμνη και σεξουαλικά ανάρμοστη συμπεριφορά.

Κατά την ανακοίνωση της ποινής, ο δικαστής Lord Harrower έκανε λόγο για σοβαρή παραβίαση της εμπιστοσύνης που είχαν δείξει τα δύο παιδιά προς τον κατηγορούμενο.

Απευθυνόμενος στον 49χρονο, τόνισε ότι με τις πράξεις του στέρησε από τα δύο θύματα σημαντικό μέρος της παιδικής τους ηλικίας.

Το δικαστήριο αναφέρθηκε επίσης σε συμπεριφορά που παρουσίαζε χαρακτηριστικά σταδιακής χειραγώγησης και προσέγγισης των ανηλίκων με σκοπό την κακοποίησή τους.

Για την προστασία της ταυτότητάς τους, τα δύο θύματα αναφέρονταν στη διαδικασία με τα ψευδώνυμα Jane και Kevin.

Ο δικαστής επισήμανε, πάντως, τη σημαντική διαφορά ανάμεσα στις δύο υποθέσεις. Όταν συνέβησαν τα περιστατικά με το κορίτσι, ο Ντοτ ήταν και ο ίδιος ανήλικος, περίπου 16 ή 17 ετών. Αντίθετα, όταν σημειώθηκαν τα περιστατικά με το αγόρι, ήταν πλέον ενήλικος.

Οι καταθέσεις των δύο θυμάτων

Η γυναίκα που σήμερα είναι άνω των 40 ετών κατέθεσε ότι η κακοποίηση ξεκίνησε όταν ήταν ακόμη παιδί και συνεχίστηκε σε διαφορετικές περιστάσεις.

Σύμφωνα με την κατάθεσή της, συμπεριφορές που αρχικά εμφανίζονταν ως σωματική οικειότητα εξελίχθηκαν στη συνέχεια σε σοβαρές σεξουαλικές πράξεις.

Η ίδια ανέφερε ακόμη ότι ο Ντοτ τής είχε ζητήσει να μην αποκαλύψει σε κανέναν όσα συνέβαιναν. Ο δικαστής σημείωσε κατά την ανακοίνωση της ποινής ότι μέρος της συμπεριφοράς θα μπορούσε, με βάση τη σημερινή νομική αντιμετώπιση, να χαρακτηριστεί ως βιασμός.

Ιδιαίτερα αναλυτική ήταν και η κατάθεση του δεύτερου θύματος, ενός άνδρα που σήμερα βρίσκεται στα τέλη της δεκαετίας των 20.

Ο ίδιος περιέγραψε επανειλημμένα περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης όταν ήταν παιδί, εξηγώντας ότι λόγω της ηλικίας του δεν μπορούσε τότε να αντιληφθεί πλήρως τι συνέβαινε.

Σύμφωνα με την κατάθεσή του, αρκετά από τα περιστατικά συνέβαιναν την ώρα που έκανε ντους, ενώ περιέγραψε επίσης περιστατικά μέσα σε αυτοκίνητο και σε άλλους χώρους όπου βρισκόταν μαζί με τον πρώην παγκόσμιο πρωταθλητή.

Ο άνδρας ανέφερε στο δικαστήριο ότι ακόμη και σήμερα συγκεκριμένες μυρωδιές και προϊόντα που συνδέει με όσα συνέβησαν μπορούν να του προκαλέσουν αναδρομές στις τραυματικές εμπειρίες εκείνης της περιόδου.

Τα χρήματα και η «ανταμοιβή»

Κατά τη διάρκεια της δίκης εξετάστηκε και ο ισχυρισμός ότι ο Ντοτ έδινε στο αγόρι αντικείμενα, τρόφιμα και χρήματα.

Σε μία περίπτωση, σύμφωνα με την κατάθεση, του έδωσε ένα χαρτονόμισμα των 50 λιρών. Όταν στη συνέχεια οι γονείς του παιδιού ανακάλυψαν τα χρήματα, ο Ντοτ φέρεται να τον κατηγόρησε ότι τα είχε κλέψει.

Το θύμα περιέγραψε τη συγκεκριμένη συμπεριφορά ως μία μορφή «ανταμοιβής» που συνδεόταν με όσα είχαν προηγηθεί.

Ο Γκρέιμ Ντοτ αρνήθηκε κατηγορηματικά όλες τις κατηγορίες όταν κατέθεσε ο ίδιος στη δίκη.

Η καταδίκη και η πτώση από την κορυφή

Η εισαγγελέας Lindsey Dalziel είχε ζητήσει από τους ενόρκους να τον κρίνουν ένοχο και για τις δύο κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι εκμεταλλεύτηκε ευάλωτα παιδιά και τις ευκαιρίες που είχε να βρίσκεται κοντά τους.

Η υπεράσπιση είχε ζητήσει την απαλλαγή του, όμως οι ένορκοι τον έκριναν ένοχο μετά τη δίκη, η οποία είχε ξεκινήσει στις 18 Αυγούστου.

Μετά την ετυμηγορία, ο Ντοτ τέθηκε υπό κράτηση και στη συνέχεια του επιβλήθηκε ποινή επτά ετών. Παράλληλα, το όνομά του προστέθηκε επ’ αόριστον στο μητρώο δραστών σεξουαλικών αδικημάτων.

Η υπόθεση σηματοδοτεί μια δραματική εξέλιξη για έναν αθλητή που είχε φτάσει στην κορυφή του παγκόσμιου σνούκερ. Ο Ντοτ είχε κατακτήσει το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα το 2006, τον πρώτο παγκόσμιο και ταυτόχρονα πρώτο βαθμολογούμενο τίτλο της καριέρας του.

Η νέα έρευνα σε βάρος του ξεκίνησε το 2024. Τον Απρίλιο του 2025, μετά την απαγγελία κατηγοριών για σεξουαλική κακοποίηση, τέθηκε σε αναστολή από τις διοργανώσεις του σνούκερ, ενώ στη συνέχεια αφαιρέθηκε και από το Hall of Fame του World Snooker.