
Έναν χρόνο νωρίτερα είχε οδηγήσει την Αργεντινή μέχρι τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Στη Νάπολη εξακολουθούσε να λατρεύεται σαν θεός και για εκατομμύρια ανθρώπους ήταν ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής στον πλανήτη.
Στις 26 Απριλίου 1991, όμως, η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική.
Ο Ντιέγκο Μαραντόνα βρισκόταν σε ένα διαμέρισμα στο Μπουένος Άιρες όταν αστυνομικοί πραγματοποίησαν έφοδο. Λίγο αργότερα ο άνθρωπος που είχε σηκώσει το Παγκόσμιο Κύπελλο στο Μεξικό θα οδηγούνταν υπό κράτηση.
Ήταν μία από τις σκοτεινότερες στιγμές της ζωής του και η στιγμή κατά την οποία ένα πρόβλημα που για χρόνια συζητούνταν πίσω από κλειστές πόρτες βγήκε με εκκωφαντικό τρόπο στη δημοσιότητα.
Τα προβλήματα είχαν αρχίσει πολύ νωρίτερα
Στο τέλος της δεκαετίας του ’80 ο Μαραντόνα βρισκόταν στην κορυφή του κόσμου.
Με τη Νάπολι είχε ανατρέψει ολόκληρη την ποδοσφαιρική γεωγραφία της Ιταλίας. Το 1990 κατέκτησε μαζί της το δεύτερο πρωτάθλημα της ιστορίας της, ενώ λίγους μήνες αργότερα οδήγησε την Αργεντινή μέχρι τον τελικό του Μουντιάλ.
Πίσω από την εικόνα του αθλητικού ήρωα, όμως, η προσωπική του ζωή είχε αρχίσει να βγαίνει εκτός ελέγχου.
Ο ίδιος θα παραδεχόταν αργότερα ανοιχτά ότι η κοκαΐνη είχε γίνει μέρος της ζωής του.
Οι απουσίες από τις προπονήσεις αυξάνονταν, οι σχέσεις του με τη διοίκηση της Νάπολι χειροτέρευαν και οι ιστορίες γύρω από τη νυχτερινή ζωή του γίνονταν όλο και περισσότερες.
Το τεστ που άλλαξε τα πάντα
Στις 17 Μαρτίου 1991, μετά τον αγώνα Νάπολι-Μπάρι, ο Μαραντόνα επιλέχθηκε για έλεγχο ντόπινγκ.
Το αποτέλεσμα ήταν θετικό στην κοκαΐνη.
Ήταν η είδηση που συγκλόνισε το παγκόσμιο ποδόσφαιρο.
Ο Μαραντόνα αμφισβήτησε αρχικά το αποτέλεσμα, όμως η ιταλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία τού επέβαλε αποκλεισμό 15 μηνών.
Στα 30 του χρόνια, ο ποδοσφαιριστής που λίγους μήνες νωρίτερα αγωνιζόταν στον τελικό του Μουντιάλ βρισκόταν ξαφνικά εκτός γηπέδων.
Έφυγε από την Ιταλία και επέστρεψε στην Αργεντινή.
Τα προβλήματα όμως ταξίδεψαν μαζί του.
Η έφοδος στο διαμέρισμα
Το μεσημέρι της 26ης Απριλίου 1991, οι αρχές έκαναν έφοδο σε διαμέρισμα στην περιοχή Καμπαγίτο του Μπουένος Άιρες, το οποίο σύμφωνα με τις δημοσιογραφικές αναφορές ανήκε στον Gabriel Esposito, κουνιάδο του Μαραντόνα.
Μέσα βρισκόταν και ο Ντιέγκο.
Η αστυνομία εντόπισε κοκαΐνη και προχώρησε στη σύλληψή του μαζί με άλλα άτομα.
Οι λεπτομέρειες που δημοσιεύθηκαν αργότερα από τον Τύπο ήταν σοκαριστικές και συχνά εξαιρετικά παραστατικές. Το El Gráfico, όπως αναπαράγεται από το Menshouse, περιέγραψε έναν Μαραντόνα σε πολύ άσχημη κατάσταση και μια χαοτική σκηνή όταν οι αστυνομικοί μπήκαν στο δωμάτιο. Αυτές οι λεπτομέρειες, ωστόσο, προέρχονται από δημοσιογραφική αφήγηση της επιχείρησης και δεν πρέπει όλες να αντιμετωπίζονται ως ανεξάρτητα εξακριβωμένα γεγονότα.
«Ντιέγκο, έχεις χαθεί;»
Μία από τις φράσεις που έμειναν συνδεδεμένες με εκείνη την ημέρα αποδίδεται σε αστυνομικό που συμμετείχε στην επιχείρηση.
Βλέποντας την κατάσταση του Μαραντόνα, φέρεται να τον ρώτησε αν είχε «χαθεί» και πόση κοκαΐνη είχε καταναλώσει.
Σύμφωνα με την ίδια αφήγηση, ο Μαραντόνα προσπάθησε αρχικά να αποφύγει τη σύλληψη και να πείσει τους αστυνομικούς ότι μπορούσαν να βρουν κάποια άλλη λύση.
Ήταν όμως ήδη αργά.
Έξω από το κτίριο είχε συγκεντρωθεί πλήθος δημοσιογράφων, φωτογράφων και κόσμου. Η επιχείρηση κάθε άλλο παρά μυστική είχε παραμείνει.
Από «Θεός» της Αργεντινής, κρατούμενος
Η εικόνα είχε κάτι σχεδόν σουρεαλιστικό.
Ο άνθρωπος που το 1986 είχε βγάλει εκατομμύρια Αργεντινούς στους δρόμους ως παγκόσμιος πρωταθλητής έπρεπε τώρα να περάσει μέσα από ένα πλήθος για να οδηγηθεί στο αστυνομικό τμήμα.
Ακόμη και τότε υπήρχαν άνθρωποι που τον επευφημούσαν.
Η σχέση της Αργεντινής με τον Μαραντόνα ήταν ήδη πολύ μεγαλύτερη από το ποδόσφαιρο.
Εκείνο το βράδυ ο Ντιέγκο παρέμεινε υπό κράτηση και στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση.
Η κοκαΐνη είχε ήδη αρχίσει να κερδίζει
Η σύλληψη δεν ήταν ένα μεμονωμένο επεισόδιο.
Ήταν ένα ακόμη κεφάλαιο μιας εξάρτησης που θα ακολουθούσε τον Μαραντόνα για χρόνια.
Ο ίδιος δεν έκρυψε αργότερα τι είχε συμβεί στη ζωή του. Παραδέχθηκε τη χρήση κοκαΐνης και μίλησε δημόσια για τα λάθη που είχε κάνει, εξηγώντας ότι πίστευε πως η ουσία θα τον βοηθούσε να αντιμετωπίσει το στρες και την τεράστια πίεση που βίωνε.
Το ποδόσφαιρο πάντως δεν είχε τελειώσει ακόμη μαζί του.
Επέστρεψε στα γήπεδα, φόρεσε τις φανέλες της Σεβίλλης, της Νιούελς Ολντ Μπόις και ξανά της Μπόκα Τζούνιορς. Το 1994 επέστρεψε ακόμη και σε Παγκόσμιο Κύπελλο, σκοράροντας μάλιστα εναντίον της Ελλάδας.
Όμως η καριέρα του δεν θα επέστρεφε ποτέ πραγματικά στο επίπεδο της Νάπολι και του Μεξικού.
Εννέα χρόνια αργότερα ήρθε ακόμη μία προειδοποίηση
Τον Ιανουάριο του 2000 ο Μαραντόνα βρέθηκε ξανά αντιμέτωπος με τις συνέπειες της κοκαΐνης.
Κατά τη διάρκεια παραμονής του στην Πούντα ντελ Έστε της Ουρουγουάης εισήχθη στην κλινική Cantegril με σοβαρή υπέρταση και καρδιακή αρρυθμία. Οι εξετάσεις αίματος και ούρων ήταν θετικές στην κοκαΐνη και η αστυνομία της Ουρουγουάης επιβεβαίωσε τότε ότι υπήρχε υπερβολική κατανάλωση της ουσίας.
Οι γιατροί προειδοποιούσαν πλέον ανοιχτά ότι η κατάσταση ήταν επικίνδυνη. Δημοσιεύματα της εποχής ανέφεραν ότι η καρδιά του είχε υποστεί σοβαρή επιβάρυνση.
Ο Μαραντόνα όμως επέζησε και από εκείνη την κρίση.
Η άλλη πλευρά του μεγαλύτερου ειδώλου
Η ιστορία του Ντιέγκο Μαραντόνα είναι γεμάτη αντιθέσεις.
Ο άνθρωπος που μπορούσε να περάσει μόνος του σχεδόν ολόκληρη την άμυνα της Αγγλίας δεν μπορούσε να ξεφύγει με την ίδια ευκολία από τις εξαρτήσεις του.
Ο ποδοσφαιριστής που έκανε ένα ολόκληρο γήπεδο να μοιάζει μικρό βρέθηκε στα 30 του χρόνια σε ένα διαμέρισμα του Μπουένος Άιρες, με αστυνομικούς γύρω του και την καριέρα του να καταρρέει.
Η 26η Απριλίου 1991 δεν ήταν το τέλος του Μαραντόνα.
Ήταν όμως ίσως η ημέρα που ολόκληρος ο κόσμος κατάλαβε ότι πίσω από τον σχεδόν ανίκητο ποδοσφαιριστή υπήρχε ένας άνθρωπος που είχε αρχίσει να χάνει μια πολύ πιο δύσκολη μάχη.