Σε πλήρη απόρριψη των επιχειρημάτων που περιλάμβανε η τουρκική Ρηματική Διακοίνωση της 14ης Αυγούστου στον ΟΗΕ, με την οποία η Άγκυρα εξέφραζε την αντίθεσή της στην Ελληνοαιγυπτιακή Συμφωνία, προχώρησε η Αθήνα με Ρηματική Διακοίνωση η οποία επιδόθηκε στον ΟΗΕ στις 2 Σεπτεμβρίου.

Η ελληνική Ρηματική Διακοίνωση:

«A/74/1006

Ρηματική διακοίνωση της 2ας Σεπτεμβρίου 2020 από τη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στα Ηνωμένα Έθνη προς τον Γενικό Γραμματέα

Η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στα Ηνωμένα Έθνη έχει την τιμή να γνωστοποιήσει τα ακόλουθα σχετικά με τη ρηματική διακοίνωση της 14ης Αυγούστου 2020 από τη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη που απευθύνεται στον Γενικό Γραμματέα (A/74/990). Στις 6 Αυγούστου 2020, Ελλάδα και Αίγυπτος υπέγραψαν συμφωνία για την οριοθέτηση της ΑΟΖ μεταξύ των δύο χωρών. Η συμφωνία αυτή συνήφθη μεταξύ κρατών με αντίθετες ακτές και είναι σύμφωνη με τις σχετικές διατάξεις της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, στην οποία και τα δύο κράτη είναι συμβαλλόμενα μέρη. Η συμφωνία είναι το αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων καλής πίστης και συνεργασίας μεταξύ δύο γειτονικών χωρών, οι οποίες αποσκοπούν στην ειρηνική διευθέτηση των θαλάσσιων ζητημάτων και βάσει του διεθνούς δικαίου.

Η συμφωνία, όπως ακριβώς αυτή που είχε υπογραφεί προηγουμένως με την Ιταλία, αποτελεί μέρος της στρατηγικής της Ελλάδας για τη σύναψη συμφωνιών οριοθέτησης με όλες τις γειτονικές χώρες, με πλήρη σεβασμό του διεθνούς δικαίου της θάλασσας. Στην προαναφερθείσα ρηματική διακοίνωση, η Τουρκία επαναλαμβάνει τους αβάσιμους και παράνομους ισχυρισμούς της στην περιοχή, οι οποίοι απορρίφθηκαν από την Ελλάδα με τις επιστολές της 19ης Φεβρουαρίου (A/74/710-S/2020/129), της 19ης Μαρτίου (A/74/758) και της 20ής Απριλίου 2020 (A/74/819) που απηύθυνε η Μόνιμη Αντιπροσωπος της στον Γενικό Γραμματέα. Πρέπει να τονιστεί για άλλη μια φορά ότι, όπως ήδη τόνισε η ελληνική κυβέρνηση, το μνημόνιο συμφωνίας μεταξύ της Τουρκίας και της κυβέρνησης εθνικής συμφωνίας της Λιβύης για τη θαλάσσια οριοθέτηση είναι άκυρο και δεν έχει καμία νομική επίπτωση στα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας (βλ. την επιστολή της 9ης Δεκεμβρίου 2019 που επισυνάπτεται στην επιστολή της 14ης Φεβρουαρίου 2020 (A/74/706)). Παραβιάζει τους κανόνες του δικαίου της θάλασσας σχετικά με τις θαλάσσιες οριοθετήσεις, καθώς και εκείνους που αφορούν τα δικαιώματα των νησιών να δημιουργούν θαλάσσιες ζώνες πέρα από τα χωρικά τους ύδατα.

Η Ελλάδα απορρίπτει επίσης ως νομικά αβάσιμες τις λεγόμενες “αρχές” που επικαλείται εσφαλμένα και αυθαίρετα η Τουρκία, στις οποίες βασίζεται η τουρκική θέση σχετικά με την οριοθέτηση των θαλάσσιων περιοχών δικαιοδοσίας. Η επίκληση ανύπαρκτων ή μη εφαρμόσιμων “αρχών” αποσκοπεί στη στρέβλωση της διεθνούς νομολογίας καθώς και στην αναδιαμόρφωση της γεωγραφίας της περιοχής. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα θα ήθελε να υπενθυμίσει την επιστολή της 20ής Απριλίου 2020 προς τον Γενικό Γραμματέα (A/74/819). Παρά τα παραπάνω, η Ελλάδα παραμένει προσηλωμένη στις προσπάθειές της να συμβάλει στην περιφερειακή ειρήνη και σταθερότητα, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα θα ήθελε να ανακαλέσει την επιστολή της 11ης Αυγούστου 2020 προς τον Γενικό Γραμματέα (A/74/988-S/2020/795). Τέλος, η Ελλάδα είναι έτοιμη να ξεκινήσει διάλογο με την Τουρκία, όταν η συμπεριφορά της τελευταίας, που σήμερα τροφοδοτεί ένα περιβάλλον επιθετικότητας και απειλών, δώσει τη θέση της σε ένα ευνοϊκό κλίμα.

Η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας θα ήταν ευγνώμων αν η παρούσα επιστολή μπορούσε να διανεμηθεί ως έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης, σύμφωνα με το σημείο 74 (α) της ημερήσιας διάταξης, και να δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα του Division for Ocean Affairs and the Law of the Sea και στην επόμενη έκδοση του Law of the Sea Bulletin».