Νέα στοιχεία της Eurostat για το α’ τρίμηνο του 2026 αποτυπώνουν με ωμό τρόπο την πραγματικότητα που βιώνουν τα ελληνικά νοικοκυριά.

Ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη καταγράφεται αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος και σταθεροποίηση ή μικρή άνοδος στις αποταμιεύσεις, στην Ελλάδα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία:

• Το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών μειώθηκε κατά 2,5%.
• Η κατανάλωση αυξήθηκε κατά 1,2%.
• Η αποταμίευση κατέρρευσε κατά 3,7 ποσοστιαίες μονάδες.
• Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου των νοικοκυριών (αγορές, κατασκευές, ανακαινίσεις κατοικιών) σημείωσαν βουτιά 11,8%.
• Ο δείκτης επενδύσεων των νοικοκυριών υποχώρησε κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες – η μεγαλύτερη πτώση ανάμεσα σε όλες τις χώρες της ΕΕ.

Η Ελλάδα είναι η μόνη οικονομία της Ευρώπης που συνδυάζει ταυτόχρονα μείωση εισοδήματος, αύξηση κατανάλωσης, κατάρρευση αποταμίευσης και τη μεγαλύτερη πτώση στις επενδύσεις των νοικοκυριών.

Η κυβέρνηση επιμένει να μιλά για «ισχυρή ανάπτυξη», «σταθερότητα» και «βελτίωση της καθημερινότητας».

Τα στοιχεία της Eurostat, όμως, δείχνουν κάτι εντελώς διαφορετικό:

Τα νοικοκυριά ζουν πάνω από τις δυνατότητές τους, ροκανίζουν τις αποταμιεύσεις τους και αναβάλλουν ή ακυρώνουν επενδύσεις σε στέγη και περιουσία.

Η αύξηση της κατανάλωσης χωρίς αντίστοιχη αύξηση εισοδήματος δεν είναι ένδειξη ευημερίας. Είναι ένδειξη πίεσης.

Όταν οι πολίτες ξοδεύουν περισσότερα ενώ βγάζουν λιγότερα, το αποτέλεσμα είναι η εξάντληση των αποθεμάτων και η αύξηση της οικονομικής ανασφάλειας.

Η δραματική μείωση των επενδύσεων σε κατοικίες επιβεβαιώνει ότι η στεγαστική κρίση και το υψηλό κόστος διαβίωσης δεν αποτελούν προσωρινά φαινόμενα, αλλά δομικά προβλήματα που βαθαίνουν.

Επτά και πλέον χρόνια μετά την ανάληψη της εξουσίας, η κυβέρνηση Μητσοτάκη συνεχίζει να παρουσιάζει μακροοικονομικούς δείκτες ως απόδειξη επιτυχίας, την ώρα που τα νοικοκυριά χάνουν εισόδημα και αποταμιεύσεις.

Η απόκλιση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δεν είναι τυχαία. Αντανακλά πολιτικές που δεν προστατεύουν την αγοραστική δύναμη, δεν αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά την ακρίβεια και δεν δημιουργούν πραγματικές συνθήκες ασφάλειας για τους πολίτες.