«Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχει την πολιτική ευθύνη για την ακρίβεια που πιέζει καθημερινά τα νοικοκυριά», λέει ο εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ Κώστας Τσουκαλάς σε παρέμβασή του στο Open.

Μιλά για επιλογή της κυβέρνησης: Αντί για φραγμούς στην κερδοσκοπία, επικοινωνιακές εξαγγελίες μειώσεων που έρχονται μήνες μετά, ο πολίτης πληρώνει ήδη το κόστος.

Το ερώτημα που θέτει είναι το εξής: «Σε ποια ευρωπαϊκή χώρα κυβέρνηση προαναγγέλλει μειώσεις τιμών σε δύο μήνες, και στο μεσοδιάστημα πριν τις ανακοινώσει, οι τιμές ανεβαίνουν κατακόρυφα;»

Η κατηγορία έχει συγκεκριμένη λογική. Όταν το κράτος δημοσιοποιεί ότι από μια ημερομηνία —τέλη Αυγούστου, αρχές Σεπτεμβρίου— θα ισχύσει συμφωνία μείωσης σε εκατοντάδες ή χιλιάδες κωδικούς, η αγορά έχει χρόνο να κινηθεί πριν το μέτρο.

Ο Τσουκαλάς λέει ότι αυτός ο χρόνος δεν έμεινε ουδέτερος. Οι τιμές ανέβηκαν πριν «πέσουν», άρα το όφελος στο ράφι μικραίνει ή εξαφανίζεται.

Στα σχόλια του Reel ένας καταναλωτής το μεταφράζει σε ένα χυμό: από 1,19 ευρώ στα τέλη Αυγούστου πήγε 1,31 και «τώρα ακόμη να πέσει».

Από εκεί προχωρά στην ουσία της πολιτικής.

«Η αγορά χρειάζεται ελέγχους, κανόνες και ουσιαστικές παρεμβάσεις, όχι μέτρα για τις εντυπώσεις, που τελικά ενισχύουν το ρεύμα ανατιμήσεων».

Για εκείνον η εθνική συμφωνία με προμηθευτές και σούπερ μάρκετ δεν είναι έλεγχος. Είναι ανακοίνωση.

Χωρίς πλαφόν στο περιθώριο με το οποίο θα δουλεύουν, χωρίς συνεχή εποπτεία και χωρίς τιμωρία όσων ανεβάζουν τιμές πριν την «έκπτωση», η πρωτοβουλία γίνεται προειδοποίηση προς την αγορά ότι έρχεται παράθυρο μειώσεων και η αγορά γεμίζει πρώτα με ανατιμήσεις.

Κλείνει με δίλημμα και όχι με τεχνική πρόταση. «Η επιλογή είναι ξεκάθαρη: προστασία του εισοδήματος των πολιτών ή ανοχή στα υπερκέρδη».

Και την τελευταία πρόταση την κάνει πολιτική καταδίκη: «Η ακρίβεια δεν είναι απλώς πρόβλημα της αγοράς. Είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών».

Με αυτή τη φράση μεταφέρει την ευθύνη από το ράφι στο Μαξίμου. Αν οι τιμές μένουν ψηλά ενώ η κυβέρνηση διαφημίζει μειώσεις 5% έως 20% σε λίστα προϊόντων για δύο έως τέσσερις μήνες, το πρόβλημα δεν είναι ότι «δεν άκουσε ο καταναλωτής».

Είναι ότι το μέτρο σχεδιάστηκε ως μία επικοινωνιακή εντύπωση και άφησε χώρο στην κερδοσκοπία πριν εφαρμοστεί.