Παρά την αυξημένη τουριστική κίνηση, πολλά καταστήματα εστίασης σε τουριστικές περιοχές καταγράφουν μειωμένο τζίρο.

Το φαινόμενο, που επιβεβαιώνεται από πρόσφατα ρεπορτάζ και εικόνες άδειων τραπεζιών σε παραθαλάσσια μαγαζιά, φέρνει στο προσκήνιο μια βαθύτερη αλλαγή στο μοντέλο του ελληνικού τουρισμού.

Οι νέες ξενοδοχειακές μονάδες, ιδιαίτερα οι μεγάλες all-inclusive, παρέχουν στους ξένους επισκέπτες σχεδόν τα πάντα: φαγητό, ποτά, ακόμη και σουβενίρ.

Αποτέλεσμα; Ο τουρίστας περνάει συχνά μπροστά από τα παραδοσιακά εστιατόρια και τις ταβέρνες χορτάτος, χωρίς να αφήνει χρήματα στην τοπική αγορά.

Πολλοί επαγγελματίες της εστίασης επισημαίνουν ότι η έμφαση στις μεγάλες επενδύσεις και στις νέες ξενοδοχειακές μονάδες έχει οδηγήσει σε παραγκωνισμό του Έλληνα επισκέπτη και των μικρών τοπικών επιχειρήσεων.

Ενώ οι μεγάλες αλυσίδες και οι επενδυτές επωφελούνται από τον όγκο των αφίξεων, τα παραδοσιακά καταστήματα βλέπουν τον τζίρο τους να συρρικνώνεται.

Παράλληλα, η εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων (Airbnb) επιτείνει το πρόβλημα. Πολλοί τουρίστες επιλέγουν να μαγειρεύουν στα καταλύματά τους, περιορίζοντας τις εξόδους σε εστιατόρια μόνο για το βράδυ – και αυτό όχι πάντα.

Η εικόνα άδειων τραπεζιών σε περιοχές με υψηλή τουριστική κίνηση δεν είναι απλώς συγκυριακή. Αντικατοπτρίζει μια στρατηγική επιλογή που δίνει προτεραιότητα στις μεγάλες ξενοδοχειακές επενδύσεις έναντι της διασποράς του τουριστικού εισοδήματος στην τοπική οικονομία.

Το αποτέλεσμα είναι μια τουριστική ανάπτυξη που, ενώ αυξάνει τις αφίξεις και τα έσοδα σε επίπεδο χώρας, αφήνει μεγάλο μέρος της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας – ιδιαίτερα της εστίασης – στο περιθώριο.

Η συζήτηση για το μοντέλο τουρισμού που θέλουμε επανέρχεται επιτακτικά. Αν συνεχιστεί η ίδια λογική, τα άδεια τραπέζια μπορεί να γίνουν μόνιμο φαινόμενο, ακόμη και σε περιόδους ρεκόρ αφίξεων.