Στην πλήρη απαξίωση της ακίνητης περιουσίας χιλιάδων πολιτών προχωρά η κυβέρνηση με εντολή της ΕΕ καθώς θα αποσυρθούν από την αγορά από 100.000 έως και 200.000 κατοικίες που δεν πληρούν τα ελάχιστα κριτήρια ενεργειακής καταλληλότητας.

Γιατί τα ακίνητα αυτά δεν θα είναι κατάλληλα; Γιατί απλούστατα με μισθούς των 1.000 ευρώ, στην καλύτερη περίπτωση, οι ιδιοκτήτες τους δεν μπορούν να τα αναβαθμίσουν ενεργειακά.

Ακόμα και οι επιδοτήσεις του κράτους για να δοθούν πρέπει κάποιος στην αρχή να ξοδέψει και μετά να του επιστραφεί μέρος των χρημάτων πίσω.

Πού θα βρει κάποιος 30 με 40.000 ευρώ για να αναβαθμίσει ενεργειακά ένα απλό διαμέρισμα 70 τ.μ.;

Ωραίες οι εξυπνάδες της ΕΕ περί ενεργειακής αναβάθμισης «για το καλό μας» αλλά θα πρέπει επιτέλους στις Βρυξέλλες να αποκτήσουν και επαφή με την πραγματικότητα.

Το ότι όλοι αυτοί πίνουν σαμπάνιες, έχουν σοφέρ, τρώνε λαχανάκια Βρυξελλών και όλα τους τα προβλήματα είναι λυμένα, δεν σημαίνει ότι ισχύει αυτό για τον μέσο κόσμο.

Η υποχρέωση αναγκαστικών ενεργειακών αναβαθμίσεων, η οποία πλέον εντάσσεται και στο εθνικό δίκαιο μέσω της ενσωμάτωσης ευρωπαϊκής οδηγίας, εκτιμάται ότι μπορεί να οδηγήσει σε μαζικό αποκλεισμό παλαιών ακινήτων από αγοραπωλησίες και μισθώσεις, προκαλώντας σοβαρά εμπόδια στη λειτουργία της αγοράς.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η αναθεωρημένη Οδηγία για την Ενεργειακή Απόδοση των Κτιρίων (EPBD 2024/1275), η οποία τέθηκε σε ισχύ τον Μάιο του 2024 και αντικαθιστά το προηγούμενο πλαίσιο του 2010. Η οδηγία θέτει ως απώτερο στόχο το σύνολο του κτιριακού αποθέματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης να μετατραπεί σε κτίρια μηδενικών εκπομπών έως το 2050.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις της οδηγίας, τα κτίρια κατοικίας θα πρέπει έως το 2030 να έχουν αναβαθμιστεί τουλάχιστον στην ενεργειακή κατηγορία Ε, ενώ από το 2033 το κατώτατο όριο ανεβαίνει στην κατηγορία Δ.

Στην Ελλάδα η ενεργειακή κατάταξη ακολουθεί το ίδιο ευρωπαϊκό σύστημα (από Α+ έως G) και αποτυπώνεται μέσω του Πιστοποιητικού Ενεργειακής Απόδοσης (ΠΕΑ), βάσει του ΚΕΝΑΚ.

Οι κατηγορίες F και G αποτελούν τις χαμηλότερες και πλέον ενεργοβόρες βαθμίδες, αφορούν κυρίως παλαιά κτίρια με ελλιπή θερμομόνωση και παρωχημένα συστήματα θέρμανσης και συγκεντρώνουν δυσανάλογα υψηλή κατανάλωση ενέργειας και κόστος για τα νοικοκυριά, γεγονός που τις φέρνει στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής ανακαινίσεων.

Στην χώρα μας υπολογίζεται ότι πάνω από το 50% των κτιρίων έχει κατασκευαστεί πριν από το 1980, χωρίς θερμομόνωση και σύγχρονες ενεργειακές προδιαγραφές, συμβάλλοντας καθοριστικά στο γεγονός ότι τα κτίρια ευθύνονται για περίπου το 40% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας στη χώρα.

Στο τραπέζι με το ΥΠΕΝ

Το ζήτημα της υποχρεωτικής κοινοτικής οδηγίας περιελήφθη στη χθεσινή ατζέντα της συνάντησης που είχε η ΠΟΜΙΔΑ με την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, παρουσία του υπουργού κ. Σταύρου Παπασταύρου, του υφυπουργού κ. Νίκου Ταγαρά και άλλων υπηρεσιακών παραγόντων.

Σύμφωνα με πληροφορίες, οι ιδιοκτήτες έθεσαν με έμφαση τον κίνδυνο απαξίωσης χιλιάδων περιουσιακών στοιχείων, υπογραμμίζοντας ότι μεγάλος αριθμός παλαιών κατοικιών δεν μπορεί να αναβαθμιστεί εύκολα ή με οικονομικά βιώσιμο τρόπο, την ώρα που η ζήτηση για στέγη παραμένει ιδιαίτερα υψηλή.

Εννοείται ότι οι άνθρωποι εκφράζουν αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα, με την οποία η ΕΕ και κατ’ επέκταση και η κυβέρνηση είναι… τσακωμένοι.