
Η αποστολή της ελληνικής συστοιχίας Patriot στη Σαουδική Αραβία, που παρουσιάστηκε αρχικά ως στρατηγικό άνοιγμα και απόδειξη της «ενεργού διπλωματίας» της Αθήνας στον Αραβικό Κόσμο, αποκαλύπτει σήμερα τα βαθιά γεωπολιτικά της αδιέξοδα.
Την ώρα που ελληνικό στρατιωτικό προσωπικό και υπερπολύτιμα αντιαεροπορικά συστήματα διατίθενται για την κάλυψη των ενεργειακών υποδομών του Ριάντ, η διπλωματική πραγματικότητα εξελίσσεται με εντελώς αντίθετους όρους για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.
Η πρόσφατη σύσφιξη των αμυντικών σχέσεων μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Τουρκίας (όπως επίσης και του φιλοτουρκικού Πακιστάν), με τη δημιουργία τριμερών αμυντικών αξόνων και τη συζήτηση για έναν διευρυμένο ισλαμικό αμυντικό συνασπισμό, εκπέμπει ένα ηχηρό μήνυμα προς την Αθήνα.
Η Άγκυρα όχι μόνο δεν απομονώθηκε, αλλά καταφέρνει να συνάπτει αμυντικές συμφωνίες με χώρες τις οποίες το υπουργείο Εξωτερικών των Κυριάκου Μητσοτάκη και Γιώργου Γεραπετρίτη θεωρούσε σταθερούς συμμάχους.
Το παράδοξο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής γίνεται πλέον εξαιρετικά επικίνδυνο.
Η Ελλάδα προσφέρει ουσιαστική στρατιωτική προστασία σε ένα κράτος το οποίο, την ίδια στιγμή, ενισχύει στρατιωτικά και οικονομικά την Τουρκία.
Τη χώρα δηλαδή που διατηρεί ενεργό το casus belli στο Αιγαίο σε περίπτωση επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια.
Η τακτική του «πρόθυμου συμμάχου» αποδεικνύεται για ακόμα μία φορά διπλωματικά κενή, καθώς οι στρατηγικοί εταιρικοί δεσμοί δεν οικοδομούνται με μονομερείς παραχωρήσεις χωρίς ανταλλάγματα.
Η διατήρηση των ελληνικών Patriot στον Περσικό Κόλπο, υπό το φως αυτών των αμυντικών ανακατατάξεων, εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τα κριτήρια και την αποτελεσματικότητα της ελληνικής διπλωματίας.
Όταν οι «σύμμαχοι» του Ριάντ συμπράττουν στρατιωτικά με την Άγκυρα, η παρουσία των ελληνικών όπλων εκεί παύει να είναι στρατηγικό πλεονέκτημα και μετατρέπεται σε σύμβολο μιας επικίνδυνα αφελούς εξωτερικής πολιτικής.
Αλήθεια, μας περνούν για κορόιδα;