Τα έσοδα από ειδικούς φόρους κατανάλωσης υστερούν του στόχου που έχει θέσει το υπουργείο Οικονομικών επειδή απλούστατα οι Έλληνες δεν έχουν πλέον χρήματα για να μετακινούνται.

Στο επτάμηνο του 2026 εισπράχθηκαν 3,964 δισ. ευρώ από ΕΦΚ, 224 εκατ. λιγότερα από όσα είχαν προβλεφθεί.

Τον Ιανουάριο η εικόνα ήταν ακόμη πιο ωμή: Τα έσοδα από τον ΕΦΚ συνολικά υποχώρησαν 27,6% σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2025.

Η βενζίνη έφερε 63 εκατ. ευρώ λιγότερα. Το πετρέλαιο κίνησης 44 εκατ. λιγότερα. Το πετρέλαιο θέρμανσης 16,7 εκατ. λιγότερα.

Δεν πρόκειται για λογιστική λεπτομέρεια. Είναι η αγορά που λέει στην κυβέρνηση πως δεν αντέχει άλλο.

Η αιτία είναι απλή και δεν χρειάζεται πολλές εξηγήσεις. Η αμόλυβδη κινείται πάνω από τα 2,20 ευρώ το λίτρο. Το πετρέλαιο κίνησης κοντά στα 2,22. Το πετρέλαιο θέρμανσης απειλεί να ανοίξει ακόμη και στα 2 ευρώ χωρίς κρατική παρέμβαση.

Όταν το γέμισμα κοστίζει όσο μισό μεροκάματο, ο πολίτης δεν «αλλάζει συνήθειες μετακίνησης». Κόβει διαδρομές και αφήνει το αυτοκίνητο σταθμευμένο. Η κατανάλωση συρρικνώνεται. Μαζί της συρρικνώνονται και τα έσοδα που το κράτος είχε συνηθίσει να θεωρεί δεδομένα.  

Το παράδοξο είναι ότι η ίδια πολιτική που αδειάζει το ρεζερβουάρ παρουσιάζεται ως μονόδρομος. Από τον ΕΦΚ καυσίμων το Δημόσιο εισπράττει περίπου 4,1 δισ. ευρώ τον χρόνο: 2,1 δισ. από τη βενζίνη, 1,515 δισ. από το πετρέλαιο κίνησης, σχεδόν 300 εκατ. από το πετρέλαιο θέρμανσης.

Πάνω στον ΕΦΚ κάθεται και ο ΦΠΑ με24%. Φόρος πάνω στον φόρο. Μαζί, καύσιμα και ΦΠΑ πλησιάζουν τα 7 δισ. ευρώ.

Για τον προϋπολογισμό είναι «φλέβα» χρυσού καθώς η χώρα δεν παράγει τίποτα. Για το νοικοκυριό είναι φόρος στην ίδια την κίνηση. Μία κίνηση που είναι υποχρεωμένο να κάνει.

Η Ευρώπη δεν είναι το άλλοθι που παρουσιάζεται. Τα ευρωπαϊκά κατώτατα όρια είναι 359 ευρώ ανά 1.000 λίτρα στην αμόλυβδη και 330 ευρώ στο πετρέλαιο κίνησης. Η Ελλάδα επιβάλλει 700 και 410 ευρώ αντίστοιχα.

Μπορεί να κατεβάσει τον ΕΦΚ κατά 34,1 λεπτά στην αμόλυβδη και κατά 8 λεπτά στο πετρέλαιο κίνησης χωρίς να παραβιάσει κοινοτικούς κανόνες.

Δεν χρειάζεται άδεια των Βρυξελλών για να μειώσει τον φόρο. Χρειάζεται απόφαση να δεχτεί μία απώλεια εσόδων. Αυτό ακριβώς αρνείται.

Ο πρωθυπουργός το είπε καθαρά: Ο προϋπολογισμός «δεν αντέχει» να κοπεί ο ΕΦΚ τώρα.

Αν η Ένωση έδινε ειδική άδεια ώστε η μείωση να μην μετρά στις οροφές δαπανών, τότε «βεβαίως» θα το έκανε προσωρινά.

Μέχρι να έρθει αυτή η άδεια, μένει η γνωστή συνταγή: Υψηλοί φόροι στην αντλία, στοχευμένες επιδοτήσεις και ευχές ότι το πετρέλαιο θέρμανσης θα βγει στις 15 Οκτωβρίου κάτω από 1,75 ευρώ.

Οι αριθμοί του επταμήνου δείχνουν το αντίθετο από σταθερότητα. Δείχνουν ότι ο φόρος έχει ήδη αρχίσει να τρώει τον εαυτό του.  

Η εμμονή έχει λογική μόνο αν κάποιος κοιτάζει το ταμείο και όχι την αντλία. Όσο η τιμή μένει στα ύψη, ο όγκος πέφτει. Όσο ο όγκος πέφτει, πέφτουν και τα έσοδα. Τότε η κυβέρνηση καλείται να καλύψει την τρύπα είτε με άλλους φόρους είτε με περικοπές. Ο πολίτης πληρώνει και στις δύο περιπτώσεις: Πρώτα στο βενζινάδικο και μετά τον λογαριασμό του κράτους.

Η μείωση του ΦΠΑ ή του ΕΦΚ θα συγκρατούσε την κατανάλωση στα ίδια επίπεδα με πριν.

Η άρνηση τη σκοτώνει σιγά σιγά και μαζί σκοτώνει τη βάση του ίδιου του φόρου.

Όταν τα ρεζερβουάρ μένουν μισά, η κυβέρνηση ανακαλύπτει έκπληκτη ότι και το ταμείο μένει μισό. Αυτό το καταλαβαίνει όποιος γεμίζει ακόμα το ντεπόζιτο. Όχι όμως όποιος σχεδιάζει τον προϋπολογισμό πάνω σε τιμές που ο κόσμος δεν μπορεί να πληρώσει.

Είναι πρόβλημα αυτό: Τους νόμους και τους προϋπολογισμούς τους γράφουν άνθρωποι που δεν αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα και δεν έχουν αναγκαστεί να ζήσουν σε συνθήκες πραγματικής πίεσης, για να καταλάβουν τι λειτουργεί πραγματικά και τι όχι στην αληθινή ζωή.