
Την έντονη αντίθεσή της σε βασικές διατάξεις του νέου νομοσχεδίου του υπουργείου Δικαιοσύνης εκφράζει η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕνΔΕ), μιλώντας για ρυθμίσεις που επηρεάζουν το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων και τη δικαστική ανεξαρτησία.
Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η πρόβλεψη για αύξηση της θητείας των διοικήσεων των δικαστηρίων από δύο σε τρία χρόνια, καθώς και η παράταση της θητείας των υφιστάμενων διοικήσεων σε μεγάλα δικαστήρια της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και του Πειραιά έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2027.
Η Ένωση υποστηρίζει ότι οι συνεχείς παρατάσεις έχουν πάψει να αποτελούν έκτακτο μέτρο και τείνουν να μετατραπούν σε μόνιμη πρακτική, υπονομεύοντας το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων. Όπως επισημαίνει, η δυνατότητα των δικαστικών λειτουργών να εκλέγουν τις διοικήσεις τους αποτελεί βασική εγγύηση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και δεν θα πρέπει να περιορίζεται.
Παράλληλα, ζητά από το υπουργείο Δικαιοσύνης να δεσμευθεί ρητά ότι η προτεινόμενη παράταση θα είναι η τελευταία και ότι δεν θα υπάρξουν νέες ανανεώσεις της θητείας των διοικήσεων.
Επιφυλάξεις διατυπώνει η ΕνΔΕ και για τη διάταξη που αφορά τους δικαστικούς λειτουργούς οι οποίοι απολύονται με απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Το νομοσχέδιο περιορίζει τις δυνατότητες επανατοποθέτησής τους μόνο στις γραμματείες των δικαστηρίων και στις υπηρεσίες του υπουργείου Δικαιοσύνης, καταργώντας τη δυνατότητα διορισμού τους σε άλλες θέσεις της δημόσιας διοίκησης. Σύμφωνα με την Ένωση, η αλλαγή αυτή περιορίζει σημαντικά τις προοπτικές αξιοποίησης της εμπειρίας και των γνώσεών τους στο Δημόσιο.
Αναφορικά με τις προτεινόμενες αλλαγές στην άσκηση αναίρεσης στον Άρειο Πάγο, η ΕνΔΕ αναγνωρίζει ότι είναι θεμιτή η δημιουργία ενός μηχανισμού «φίλτρου», όπως συμβαίνει και σε άλλα ευρωπαϊκά δικαστικά συστήματα. Ωστόσο, εκφράζει προβληματισμό για τη διατύπωση της διάταξης, η οποία προβλέπει ότι δεν θα επιτρέπεται, κατά κανόνα, η άσκηση αναίρεσης όταν το αντικείμενο της διαφοράς είναι κάτω από 20.000 ευρώ.
Η Ένωση θεωρεί ότι το κείμενο του νομοσχεδίου χρειάζεται περαιτέρω αποσαφήνιση, ώστε να μην προκύψουν ερμηνευτικά ζητήματα, ιδίως για τις απορριπτικές αποφάσεις ή για υποθέσεις που δεν μπορούν να αποτιμηθούν σε χρηματικό ποσό.
Τέλος, η ΕνΔΕ ασκεί κριτική στη νομοθετική διαδικασία, υποστηρίζοντας ότι οι συγκεκριμένες διατάξεις δεν τέθηκαν σε δημόσια διαβούλευση πριν κατατεθούν στη Βουλή, γεγονός που, όπως αναφέρει, αντίκειται στις αρχές της καλής νομοθέτησης και περιορίζει τον ουσιαστικό διάλογο για κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία της Δικαιοσύνης.