Σκληρή κριτική στην κυβέρνηση άσκησε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σωκράτης Φάμελλος, κατά την ομιλία του στην Ολομέλεια της Βουλής, στο πλαίσιο της συζήτησης για τη συνταγματική αναθεώρηση.

Ο Σ.Φάμελλος αναγνώρισε τη θεσμική βαρύτητα της διαδικασίας, επισημαίνοντας ότι η αναθεώρηση του Συντάγματος αποτελεί μια κορυφαία δημοκρατική στιγμή, η οποία θα έπρεπε –όπως είπε– να αξιοποιεί την εμπειρία εφαρμογής του θεμελιώδους νόμου ώστε να ενισχύονται τα δικαιώματα των πολιτών και η λειτουργία της Δημοκρατίας.

Ωστόσο, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι επιδιώκει «γρήγορες διαδικασίες» και ότι χρησιμοποιεί τη συνταγματική αναθεώρηση ως πολιτικό εργαλείο, συνδέοντάς την με την τρέχουσα πολιτική συγκυρία και τις εσωτερικές εξελίξεις.

Στην ομιλία του αναφέρθηκε εκτενώς σε ζητήματα κράτους δικαίου, υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις θεσμικών προβλημάτων. Μεταξύ άλλων, έκανε λόγο για υποθέσεις παρακολουθήσεων, για τη λειτουργία των Ανεξάρτητων Αρχών, καθώς και για ζητήματα που αφορούν τη Δικαιοσύνη και τις προανακριτικές διαδικασίες.

Παράλληλα, υποστήριξε ότι η έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών προς τη Δικαιοσύνη αποτελεί σοβαρό πλήγμα για το πολιτικό σύστημα, τονίζοντας την ανάγκη για θεσμικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας.

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δήλωσε ότι το κόμμα του δεν προτίθεται να συναινέσει στη συγκρότηση πλειοψηφίας 180 βουλευτών για την αναθεώρηση άρθρων του Συντάγματος στην παρούσα Βουλή, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι έχει ήδη υπονομεύσει τη δυνατότητα συναίνεσης.

Άσκησε επίσης κριτική στις κυβερνητικές προτάσεις, τις οποίες χαρακτήρισε ανεπαρκείς και συντηρητικές, με ιδιαίτερη αναφορά στα άρθρα που αφορούν την τριτοβάθμια εκπαίδευση και την ποινική ευθύνη υπουργών.

Αναπτύσσοντας τις προτάσεις του κόμματός του, έθεσε ως προτεραιότητες την ενίσχυση του κράτους δικαίου, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, την κατοχύρωση του απορρήτου των επικοινωνιών, καθώς και την ενίσχυση των κοινωνικών δικαιωμάτων, της δημόσιας υγείας και της στεγαστικής πολιτικής.

Ο Σ.Φάμελλος κατέληξε ότι το Σύνταγμα δεν πρέπει να εξυπηρετεί κυβερνητικές σκοπιμότητες ή συμφέροντα ισχυρών ομάδων, αλλά να αποτελεί εργαλείο προστασίας της κοινωνίας και ενίσχυσης της δημοκρατικής λειτουργίας του κράτους, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για ευρύτερες προοδευτικές αλλαγές στο πολιτικό σύστημα.