
Για χιλιετίες, κανένας δεν τόλμησε να υψώσει κτίριο που να επισκιάζει τον Παρθενώνα και την Ακρόπολη συνολικά, όχι από τεχνική αδυναμία, αλλά από σεβασμό σε ένα πραγματικό θαύμα που δεν μπορεί να επαναληφθεί.
Ο Παρθενώνας δεν ήταν απλώς ένας ναός.
Ήταν και παραμένει σύμβολο του ελληνικού πνεύματος, του μέτρου και της αρμονίας.
Κάποιοι ήθελαν να επιβάλουν την ύλη πάνω από το πνεύμα κάτι που όλως τυχαίως είναι η βασική αρχή του Εωσφωρισμού και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ουσία του αρχαίου ελληνικού πνεύματος και της Ορθοδοξίας (που είτε αρέσει είτε όχι στηρίζεται στην ελληνική αρχαιότητα και η Αγία Σοφία κατασκευάστηκε με τις ίδιες αρχές δημιουργίας του Παρθενώνα): Η πίστη στην Υλη και η απόρριψη του Πνεύματος.
Η ανέγερση του ψηλότερου πύργου στο Ελληνικό, που ξεπερνά σε ύψος την Ακρόπολη, δεν είναι απλώς μια τεχνική ή αρχιτεκτονική εξέλιξη.
Είναι μια βαθιά συμβολική πράξη που πυροδοτεί έντονο προβληματισμό για το πώς η σύγχρονη Ελλάδα αντιλαμβάνεται την ταυτότητά της και τη σχέση της με την πολιτιστική της κληρονομιά.
Η Ακρόπολη δεν κυριαρχεί μόνο γεωγραφικά, αλλά και ηθικά, ιστορικά, φιλοσοφικά και πολιτιστικά πάνω στην Αθήνα.
Αποτελεί τον απόλυτο ορίζοντα αναφοράς της πόλης. Όλοι στην Αθήνα προσανατολίζονται με βάση την Ακρόπολη όπως στην Θεσσαλονίκη με τον Λευκό Πύργο, στο Παρίσι με τον Πύργο του Άιφελ, στην Ρώμη με το Κολοσσαίο κ.ο.κ.
Σήμερα, αυτός ο ορίζοντας απειλείται να αλλάξει.
Ο πύργος του Ελληνικού, με το ύψος του να υπερβαίνει αυτό της Ακρόπολης, δεν είναι απλώς ένα ψηλό κτίριο.
Για πολλούς είναι ένα «τερατούργημα» που επιβάλλεται βίαια στο τοπίο, επισκιάζοντας κυριολεκτικά και μεταφορικά το ιερό σύμβολο του ελληνικού πολιτισμού.
Δεν πρόκειται για μια απλή συζήτηση αισθητικής. Πρόκειται για μια βαθιά πολιτιστική και ταυτοτική σύγκρουση: Ανάμεσα στην παράδοση, την ιστορική μνήμη και την αρμονία από τη μία, και στη σύγχρονη λογική του μεγέθους, του θεάματος και του κέρδους από την άλλη.
Η επιχειρηματολογία υπέρ του πύργου είναι γνωστή:
Ανάπτυξη, επενδύσεις, μετατροπή της Αθηναϊκής Ριβιέρας σε διεθνή προορισμό.
Μπορεί όμως η ανάπτυξη να νομιμοποιεί την αλλοίωση του πιο ισχυρού συμβόλου της ελληνικής ιστορίας;
Η Ελλάδα για δεκαετίες σεβάστηκε έναν άγραφο κανόνα:
Τίποτα δεν πρέπει να υψωθεί πάνω από την Ακρόπολη. Αυτός ο σεβασμός δεν ήταν απλώς αισθητικός. Ήταν πολιτιστικός και πρωτίστως υπαρξιακός.
Ήταν η παραδοχή ότι υπάρχουν όρια που δεν παραβιάζονται, ότι ορισμένα σύμβολα είναι ιερά και υπερβαίνουν την παροδική λογική της αγοράς.
Σήμερα, αυτή η ισορροπία διαταράσσεται. Και δεν είναι μόνο θέμα ύψους. Είναι θέμα πνεύματος.
Ο Παρθενώνας δεν χρειάζεται να «ανταγωνιστεί» με ουρανοξύστες. Δεν χρειάζεται να γίνει φόντο για φωτογραφίες πολυτελών διαμερισμάτων. Ο Παρθενώνας είναι ο ίδιος ο ορίζοντας της Αθήνας.
Η συζήτηση για τον ουρανοξύστη του Ελληνικού δεν αφορά μόνο ένα κτίριο.
Αφορά το πώς θέλουμε να είναι η Αθήνα του 21ου αιώνα και φυσικά η Ελλάδα.
Γιατί ο Παρθενώνας είναι όλης της Ελλάδας και όχι μόνο των Αθηναίων.