
Η συζήτηση για την άρση της βουλευτικής ασυλίας της προέδρου της Πλεύσης Ελευθερίας Ζωής Κωνσταντοπούλου, μετά από μήνυση που κατέθεσε εναντίον της ο επιχειρηματίας Αχιλλέας Νταβέλης για συκοφαντική δυσφήμιση, διεξήχθη σε πολύ έντονους τόνους.
Η κ. Κωνσταντοπούλου χαρακτήρισε τη δίωξη πολιτικά υποκινούμενη, κάνοντας λόγο για «οργανωμένη επιχείρηση» εναντίον της επειδή ενοχλεί με τη δράση της στις υποθέσεις των Τεμπών, του ΟΠΕΚΕΠΕ και των υποκλοπών.
Παράλληλα, χαρακτήρισε τον Αχιλλέα Νταβέλη «κουμπάρο της οικογένειας Μητσοτάκη», αναφέροντας ότι είναι κουμπάρος της Ντόρας Μπακογιάννη.
Η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά της Νέας Δημοκρατίας, καταγγέλλοντας ότι προεδρεύει της διαδικασίας ο Γιώργος Γεωργαντάς, τον οποίο έχει κατηγορήσει για «κακοποιητική συμπεριφορά».
Επανέλαβε επίσης τις καταγγελίες της κατά του βουλευτή Δωδεκανήσου Βασίλη Υψηλάντη, κάνοντας λόγο για λεκτικές επιθέσεις εις βάρος της στη συνεδρίαση της Επιτροπής Δεοντολογίας.
Επανέλαβε επίσης τις καταγγελίες της σε βάρος του βουλευτή Δωδεκανήσου της ΝΔ, Βασίλη Υψηλάντη, κάνοντας λόγο για λεκτικές επιθέσεις εις βάρος της κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής Δεοντολογίας, λέγοντας ότι της απευθύνθηκε με τη γνωστή «ευχή» («Άντε γ@μ…») που προσβάλλει την γενετήσια αξιοπρέπειά της.
Απευθυνόμενη στις γυναίκες βουλευτές της ΝΔ, τις κάλεσε να «σηκώσουν ανάστημα», υποστηρίζοντας ότι η σιωπή τους συνιστά ανοχή σε τέτοιες συμπεριφορές.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η προσωπική της έκκληση προς τους βουλευτές της ΝΔ Ιάσονα Φωτήλα, Νίκο Βλαχάκο και Χριστόδουλο Στεφανάδη, καλώντας τους να καταψηφίσουν την άρση της ασυλίας της, λέγοντας ότι είναι από τα πρόσωπα που ξεχωρίζει στην Κοινοβουλευτική Ομάδα της ΝΔ.
«Μπορείτε να φέρετε και 110 αιτήσεις άρσης ασυλίας μου», ανέφερε χαρακτηριστικά, διαμηνύοντας ότι δεν πρόκειται να σταματήσει την πολιτική της δράση.
Ο βουλευτής Δωδεκανήσου της ΝΔ Βασίλης Υψηλάντης, παίρνοντας τον λόγο επί προσωπικού, υποστήριξε ότι κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής Δεοντολογίας στις 15 Μαΐου ενήργησε «με απόλυτο σεβασμό στον θεσμικό του ρόλο», επιδιώκοντας την τήρηση του Κανονισμού της Βουλής.
Τόνισε ότι οι παρεμβάσεις του περιορίστηκαν στην ουσία της υπόθεσης και στην εξέταση των εκκρεμών δικογραφιών, σημειώνοντας ότι «υπάρχουν τα πρακτικά» που αποτυπώνουν όσα συνέβησαν.