Η Generation Z είναι η πρώτη γενιά που εμφανίζει χαμηλότερες επιδόσεις από την προηγούμενη, δηλαδή από τους γονείς της!

Η διαπίστωση αυτή δεν αφορά μόνο έναν τομέα, αλλά εκτείνεται στην προσοχή, τη μνήμη, την ανάγνωση, τα μαθηματικά, την επίλυση προβλημάτων και συνολικά στον δείκτη νοημοσύνης (IQ).

Αυτό υποστήριξε ενώπιον της Επιτροπής Εμπορίου, Επιστήμης και Μεταφορών της Γερουσίας των ΗΠΑ ο δρ Τζάρεντ Κούνεϊ Χόρβαθ, πρώην εκπαιδευτικός και νυν νευροεπιστήμονας, ο οποίος αποδίδει τη γνωστική στασιμότητα –και σε ορισμένες περιπτώσεις την υποχώρηση– στην υπερβολική εξάρτηση από την ψηφιακή τεχνολογία στην εκπαίδευση.

Σύμφωνα με τον Χόρβαθ, οι νέοι που γεννήθηκαν από το 1997 έως τις αρχές της δεκαετίας του 2010 μεγάλωσαν μέσα σε ένα εκπαιδευτικό περιβάλλον όπου κυριαρχούν τα tablets, οι υπολογιστές και γενικότερα αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «εκπαιδευτική τεχνολογία» (EdTech).

Το πρόβλημα, όπως εξηγεί, δεν είναι η κακή εφαρμογή ή η έλλειψη κατάρτισης των εκπαιδευτικών, αλλά η ίδια η φύση της τεχνολογίας.

Όπως τόνισε στη New York Post, περισσότερο από το μισό διάστημα που ένας έφηβος είναι ξύπνιος το περνά κοιτώντας μια οθόνη.

Ωστόσο, ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν έχει εξελιχθεί για να μαθαίνει μέσα από σύντομα βίντεο, αποσπασματικές προτάσεις και περιλήψεις πολύπλοκων εννοιών.

«Οι άνθρωποι είναι βιολογικά προγραμματισμένοι να μαθαίνουν από άλλους ανθρώπους και από βαθιά, ουσιαστική μελέτη, όχι από γρήγορο σκρολάρισμα και κουκκίδες», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Όταν η τεχνολογία προηγείται της βιολογίας

Κατά τη διάρκεια της ακρόασης στη Γερουσία, ο Χόρβαθ και άλλοι ειδικοί υπογράμμισαν ότι η μάθηση βασίζεται στην ανθρώπινη αλληλεπίδραση: στη ζωντανή επαφή με τον δάσκαλο και τους συμμαθητές.

Οι οθόνες, όπως είπαν, διαταράσσουν τις φυσικές βιολογικές διεργασίες που είναι απαραίτητες για τη συγκέντρωση, τη μνήμη και την οικοδόμηση βαθιάς κατανόησης.

Τα δεδομένα, σύμφωνα με τον ίδιο, δείχνουν ότι γύρω στο 2010 οι γνωστικές επιδόσεις άρχισαν να σταθεροποιούνται και στη συνέχεια να υποχωρούν.

Εκείνη την περίοδο, τα σχολικά προγράμματα δεν άλλαξαν ριζικά, ενώ η ανθρώπινη βιολογία σίγουρα δεν θα μπορούσε να έχει μεταβληθεί τόσο γρήγορα.

«Η απάντηση φαίνεται να βρίσκεται στα εργαλεία που χρησιμοποιούμε μέσα στις σχολικές αίθουσες», είπε στους γερουσιαστές.

Διεθνής τάση, όχι αμερικανική εξαίρεση

Η πτώση, όπως τόνισε, δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ. Η έρευνά του καλύπτει 80 χώρες και καταγράφει μια τάση έξι δεκαετιών, όπου όσο αυξάνεται η είσοδος της τεχνολογίας στην εκπαίδευση, τόσο επιδεινώνονται τα μαθησιακά αποτελέσματα.

Σε χώρες που υιοθέτησαν μαζικά ψηφιακά μέσα στα σχολεία, οι επιδόσεις μειώθηκαν αισθητά.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, στοιχεία της Εθνικής Αξιολόγησης Εκπαιδευτικής Προόδου (NAEP) δείχνουν ότι όταν εφαρμόστηκαν προγράμματα «μία συσκευή ανά μαθητή», οι βαθμολογίες είτε σταμάτησαν να βελτιώνονται είτε σημείωσαν απότομη πτώση.

Ακόμη και μαθητές που χρησιμοποιούσαν υπολογιστές για σχολικούς λόγους περίπου πέντε ώρες την ημέρα είχαν χαμηλότερες επιδόσεις από εκείνους που σπάνια ή ποτέ δεν έκαναν χρήση τεχνολογίας στην τάξη.

Υπερβολική αυτοπεποίθηση και TikTok εκπαίδευση

Ο Χόρβαθ επεσήμανε επίσης ότι πολλοί νέοι δεν αντιλαμβάνονται τις δυσκολίες τους. Αντιθέτως, εμφανίζονται υπερβολικά σίγουροι για τις πνευματικές τους ικανότητες.

«Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι είναι πιο έξυπνοι απ’ όσο είναι στην πραγματικότητα. Όσο πιο έξυπνος νομίζει κάποιος ότι είναι, τόσο λιγότερο έξυπνος τείνει να αποδεικνύεται», δήλωσε.

Η καθημερινή κατανάλωση πληροφορίας μέσα από σύντομα βίντεο και αποσπασματικά κείμενα σε πλατφόρμες όπως το TikTok έχει, σύμφωνα με τον ίδιο, επηρεάσει ακόμη και τον τρόπο διδασκαλίας.

Πολλά σχολεία, όπως λέει, προσαρμόζουν το μάθημα στο στυλ της οθόνης, αντί να απαιτούν από τους μαθητές βαθύτερη σκέψη και συγκέντρωση.

«Τα παιδιά στους υπολογιστές σκανάρουν, δεν διαβάζουν. Αντί να αποφασίσουμε τι θέλουμε να μάθουν και να σχεδιάσουμε την εκπαίδευση γύρω από αυτό, αλλάζουμε την εκπαίδευση για να ταιριάζει στο εργαλείο. Αυτό δεν είναι πρόοδος, είναι παράδοση», προειδοποίησε.

Έκκληση για άμεση δράση

Οι ειδικοί που κατέθεσαν στη Γερουσία χαρακτήρισαν την κατάσταση «κοινωνική έκτακτη ανάγκη».

Πρότειναν καθυστέρηση στην απόκτηση smartphones από τα παιδιά, επιστροφή σε απλά κινητά τύπου flip phone για τις μικρότερες ηλικίες και εθνικές πολιτικές περιορισμού της τεχνολογίας στα σχολεία.

Ως παράδειγμα ανέφεραν σκανδιναβικές χώρες, όπου έχουν ήδη εφαρμοστεί περιορισμοί ή απαγορεύσεις της εκπαιδευτικής τεχνολογίας στις σχολικές αίθουσες, με στόχο την επαναφορά της δια ζώσης μάθησης και της βαθιάς μελέτης.