Η Neuralink του Έλον Μασκ θα ξεκινήσει το 2026 την μαζική παραγωγή εγκεφαλικών εμφυτευμάτων που επιτρέπουν σε παράλυτους ασθενείς να χειρίζονται ηλεκτρονικές επισκευές, ανακοίνωσε στο X ο ίδιος.

Η εταιρεία έχει αναπτύξει μια νέα, «σχεδόν πλήρως αυτοματοποιημένη» χειρουργική διαδικασία για την εμφύτευση του τσιπ, έγραψε ο Μασκ στο Χ.

Αναδημοσίευσε επίσης ανάρτηση δημοσιογράφου σύμφωνα με την οποία η Neuralink έχει δοκιμάσει το σύστημα σε 20 ασθενείς στις ΗΠΑ, τον Καναδά, τη Βρετανία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Το πειραματικό τσιπ της Neuralink, με την ονομασία «Telepathy», διαβάζει και αποκωδικοποιεί την ηλεκτρική δραστηριότητα μιας ομάδας νευρώνων στον κινητικό φλοιό του εγκεφάλου που ελέγχει τις κινήσεις, επιτρέποντας έτσι στον χρήστη να χειρίζεται υπολογιστές ή ρομποτικούς βραχίονες.

">

Σε επίδειξη της εταιρείας, ο πρώτος ασθενής χρησιμοποίησε το Telepathy για να παίζει βιντεοπαιχνίδια, να περιηγείται στο Διαδίκτυο και να ποστάρει σε social media.

Σύμφωνα με την τελευταία ανάρτηση του Μασκ, το χειρουργικό ρομπότ που ανέπτυξε η εταιρεία για την τοποθέτηση του εμφυτεύματος μπορεί πλέον να εισαγάγει τα ηλεκτρόδια από μικρές τρύπες στην σκληρή μήνιγγα, την εξωτερική προστατευτική μεμβράνη του εγκεφάλου, χωρίς να αφαιρείται ένα τμήμα της όπως μέχρι σήμερα.

Η Neuralink έχει ανακοινώσει στο μεταξύ ότι αναπτύσσει το διαφορετικό σύστημα «Blindsight» που αποκαθιστά ένα μέρος της όρασης σε τυφλούς ασθενείς με άθικτο οπτικό φλοιό.

Ο Μασκ έχει μεγάλες φιλοδοξίες για την τεχνολογία, η οποία όπως έχει υποστηρίξει θα αντιμετωπίζει μια μέρα παθήσεις όπως η παχυσαρκία, η κατάθλιψη, ο αυτισμός και η σχιζοφρένεια.

Αναλυτές εκτιμούν ωστόσο ότι μπορεί να περάσει μια δεκαετία μέχρι να λάβει το τσιπ άδεια κυκλοφορίας.

Στην κούρσα των εγκεφαλικών εμφυτευμάτων δείχνει εξάλλου να προηγείται η  αμερικανική Synchron, στην οποία έχουν επενδύσει μεταξύ άλλων ο Τζεφ Μπέζος και ο Μπιλ Γκέιτς.

Η κρατική κινεζική εταιρεία NeuCyber έχει επίσης αναπτύξει δύο πειραματικά τσιπ.

Η Neuralink ξεκίνησε τις κλινικές δοκιμές για την παράλυση το 2024 αφού πρώτα επέλυσε τα ζητήματα ασφάλειας που είχε επισημάνει η αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων, η οποία είχε απορρίψει την αρχική αίτηση της εταιρείας το 2022.