
Τα παιδιά που ήρθαν στον κόσμο την περίοδο του πρώτου lockdown λόγω της πανδημίας Covid-19 φαίνεται πως αντιμετωπίζουν περισσότερες προκλήσεις σε τομείς όπως η συγκέντρωση, η τήρηση οδηγιών και η διαχείριση των συναισθημάτων τους στην ηλικία των τεσσάρων ετών, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη.
Οι ερευνητές αναφέρουν ότι τα συγκεκριμένα παιδιά έζησαν ένα ιδιαίτερα διαφορετικό πρώτο έτος ζωής, καθώς οι περιορισμοί της πανδημίας περιόρισαν σημαντικά τις κοινωνικές επαφές, τις δραστηριότητες και τις ευκαιρίες αλληλεπίδρασης με ανθρώπους πέρα από το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον.
Την περίοδο από τον Μάρτιο του 2020 έως τον Ιούλιο του 2021 εφαρμόστηκαν στην Αγγλία αυστηρά μέτρα, όπως κοινωνική αποστασιοποίηση, περιορισμός επισκέψεων, χρήση μάσκας και αναστολή λειτουργίας χώρων για βρέφη και μικρά παιδιά.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του Πανεπιστημίου City St George’s του Λονδίνου και αφορούσε 205 παιδιά που γεννήθηκαν στην Αγγλία κατά το πρώτο lockdown, από τις 23 Μαρτίου έως τις 23 Ιουνίου 2020.
Οι ερευνητές εξέτασαν τις λεγόμενες εκτελεστικές λειτουργίες, δηλαδή ένα σύνολο δεξιοτήτων που βοηθούν τα παιδιά να οργανώνονται, να λύνουν προβλήματα, να ελέγχουν τη συμπεριφορά τους και να προσαρμόζονται σε νέες καταστάσεις.
Τα αποτελέσματα, που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Archives of Disease in Childhood, έδειξαν ότι αρκετά παιδιά παρουσίαζαν χαμηλότερες επιδόσεις σε αυτούς τους τομείς σε σύγκριση με τα επίπεδα που είχαν καταγραφεί πριν από την πανδημία.
Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν πως τα παιδιά αυτά χρειάζεται να συνεχίσουν να παρακολουθούνται, ενώ πιθανόν να απαιτηθούν επιπλέον υποστηρικτικές δράσεις στο σχολείο και στο οικογενειακό περιβάλλον.
Τα παιδιά συμμετείχαν σε ειδικές δοκιμασίες που αξιολογούσαν τη γλωσσική ανάπτυξη και τη μη λεκτική σκέψη. Παράλληλα, οι γονείς συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια σχετικά με την ικανότητα των παιδιών να ελέγχουν τα συναισθήματά τους, να θυμούνται πληροφορίες, να οργανώνουν δραστηριότητες και να επιλύουν προβλήματα.
Τα στοιχεία έδειξαν ότι περίπου ένα στα τρία παιδιά του δείγματος παρουσίαζε ανάγκες που σχετίζονται με τις εκτελεστικές λειτουργίες.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η περιορισμένη επαφή με διαφορετικά πρόσωπα και ερεθίσματα κατά τα πρώτα χρόνια ζωής ενδέχεται να επηρέασε την ανάπτυξη καθημερινών δεξιοτήτων.
Σύμφωνα με τη μελέτη, ορισμένα παιδιά μπορεί να δυσκολεύονται περισσότερο να παραμείνουν συγκεντρωμένα, να ακολουθούν οδηγίες, να διαχειρίζονται περισπασμούς ή να αλλάζουν συμπεριφορά όταν λαμβάνουν νέα ερεθίσματα.
Διαφορετική εικόνα στη γλώσσα
Στον τομέα της γλωσσικής ανάπτυξης, τα αποτελέσματα ήταν πιο σύνθετα. Συνολικά, οι γλωσσικές επιδόσεις των παιδιών ήταν αντίστοιχες ή και καλύτερες από τις αναμενόμενες για την ηλικία τους.
Ωστόσο, σε σύγκριση με τη μη λεκτική ικανότητα σκέψης, οι ερευνητές εντόπισαν χαμηλότερες επιδόσεις στην εκφραστική γλώσσα, δηλαδή στην ικανότητα των παιδιών να χρησιμοποιούν λέξεις για να εκφράζουν σκέψεις και ανάγκες.
Αντίθετα, η κατανόηση της γλώσσας φαίνεται πως διατηρήθηκε σε καλύτερο επίπεδο, πιθανώς λόγω της αυξημένης επικοινωνίας με γονείς και στενούς φροντιστές κατά τη διάρκεια των περιορισμών.
Οι περιορισμοί της μελέτης
Οι επιστήμονες σημειώνουν ότι η έρευνα δεν αποδεικνύει άμεση σχέση αιτίας και αποτελέσματος, καθώς πρόκειται για παρατηρητική μελέτη. Επιπλέον, δεν υπήρχε ομάδα παιδιών για άμεση σύγκριση.
Παρά τους περιορισμούς, οι ερευνητές θεωρούν ότι τα ευρήματα δείχνουν την ανάγκη για συνεχή παρακολούθηση της ανάπτυξης των παιδιών που πέρασαν τα πρώτα στάδια της ζωής τους μέσα στις συνθήκες της πανδημίας.