Μπορεί η σύγχρονη παιδοψυχολογία να εστιάζει στην δυσλεξία, ωστόσο υπάρχει και η… υπερλεξία, η οποία επίσης παρατηρείται σε μικρά παιδιά.
Η υπερλεξία είναι ένας όρος που επινοήθηκε το 1967 για να περιγράψει μια ασυνήθιστη αναπτυξιακή ικανότητα, κατά την οποία ένα παιδί μαθαίνει να διαβάζει πολύ νωρίτερα και σε πολύ υψηλότερο επίπεδο από το αναμενόμενο για την ηλικία του.
Συνήθως χαρακτηρίζεται από τέσσερα βασικά στοιχεία.
Την πολύ πρώιμη ανάπτυξη ικανοτήτων ανάγνωσης, την αυτόνομη εκμάθηση της ανάγνωσης χωρίς επίσημη διδασκαλία, την έντονη έλξη προς τα γράμματα και τα βιβλία, καθώς και τη σύνδεσή της με νευροαναπτυξιακά χαρακτηριστικά.
Στις πρώτες περιγραφές της, η υπερλεξία χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει παιδιά που μπορούσαν να «αποκωδικοποιούν» λέξεις με εξαιρετική ευκολία, χωρίς όμως αυτό να συνοδεύεται απαραίτητα από αντίστοιχη κατανόηση του νοήματος.
Με άλλα λόγια, ένα παιδί μπορεί να διαβάζει άψογα, αλλά να δυσκολεύεται να καταλάβει πλήρως το περιεχόμενο ενός κειμένου.
Σήμερα, η υπερλεξία συχνά εξετάζεται σε σχέση με τον αυτισμό, καθώς ένα σημαντικό ποσοστό παιδιών που εμφανίζουν υπερλεξικά χαρακτηριστικά ανήκουν στο φάσμα του αυτισμού.
Ωστόσο, η επιστημονική κοινότητα εξακολουθεί να μελετά τη σχέση ανάμεσα στις δύο καταστάσεις, χωρίς να υπάρχει απόλυτη συμφωνία για τον τρόπο σύνδεσής τους.
Ένα χαρακτηριστικό που παρατηρείται συχνά είναι ότι τα παιδιά με υπερλεξία μπορούν να αναγνωρίζουν λέξεις με μεγάλη ευχέρεια, αλλά δυσκολεύονται στην κατανόηση μεγαλύτερων νοημάτων, όπως προτάσεις και παραγράφους.
Παράλληλα, μπορεί να συνυπάρχουν και άλλες νευροαναπτυξιακές διαφοροποιήσεις.
Συνολικά, η υπερλεξία δεν θεωρείται από μόνη της διαταραχή, αλλά ένα ιδιαίτερο γνωστικό προφίλ που μπορεί να εμφανιστεί είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό με άλλες αναπτυξιακές καταστάσεις.