
Οι Αμερικανοί πατριώτες, κατά τη διάρκεια του αγώνα, κατέβαλαν παράλληλα προσπάθειες για την εκδίωξη των Βρετανών από τον Καναδά, καταλαμβάνοντας το Μόντρεαλ και πολιορκώντας το Κεμπέκ.
Οι Ευρωπαίοι άποικοι αποφάσισαν να εγκατασταθούν στη Βόρειο Αμερική, προκειμένου να ξεφύγουν από την καταπίεση και την αδικία που υφίσταντο στη μητέρα πατρίδα. Μετά δε την ίδρυση των αποικιών, έθεσαν ως στόχο τους να επαναστατήσουν κατά της βασιλικής εξουσίας και να κηρύξουν την ανεξαρτησία τους.
Οι απόγονοι των πρώτων αποίκων είχαν απολαύσει κάποια σχετική ελευθερία, έως το 1763, όταν έληξε ο πόλεμος κατά των Γάλλων και των Ινδιάνων (η αμερικανική φάση του επταετούς πολέμου ανάμεσα στη Γαλλία και την Αγγλία), στον οποίο συμμετείχαν πολλοί άποικοι.
Τότε, η βρετανική κυβέρνηση προσπάθησε να αναγκάσει τους αποίκους να αναλάβουν μέρος των πολεμικών δαπανών για έναν πόλεμο ο οποίος είχε ευνοήσει περισσότερο την Βρετανία παρά τους ίδιους τους αποίκους.
Μολονότι οι περισσότεροι από αυτούς ήταν πιστοί στον βασιλέα και είχαν δεσμούς με την Αγγλία, δεν επιθυμούσαν να καταβάλουν φόρους που είχαν θεσπιστεί από το βρετανικό κοινοβούλιο, επειδή αυτοί δεν εκπροσωπούντο σε εκείνο.
Η κρίση ξέσπασε το 1773, όταν η κυβέρνηση του Λονδίνου, στα πλαίσια των επαχθών οικονομικών μέτρων που επέβαλε, φορολόγησε και την εισαγωγή του τσαγιού στις αποικίες.
Μολονότι το ποσό της φορολογίας ήταν μικρό, οι άποικοι αντέδρασαν για λόγους αρχής, πιστεύοντας ότι εάν εδέχοντο την φορολογία, θα αποδέχονταν και την συνταγματικότητά της.
Ενώ τα πλοία της Εταιρείας της Ανατολικής Ινδίας που μετέφεραν το τσάι από την Αγγλία στις αποικίες δεν είχαν κατορθώσει να ξεφορτώσουν στην Φιλαδέλφεια και στην Νέα Υόρκη, οι εκπρόσωποί της στην Βοστώνη, με την υποστήριξη του βασιλικού κυβερνήτη, εκφόρτωσαν το τσάι στο λιμάνι της Βοστώνης, αγνοώντας επιδεικτικά τις αντιρρήσεις των αποίκων.
Όταν το εμπορικό πλοίο “Dartmouth”, φορτωμένο με 114 κιβώτια τσαγιού, έφθασε στο λιμάνι στις 14 Νοεμβρίου 1773, τα σήμαντρα των εκκλησιών κάλεσαν τους πατριώτες να συγκεντρωθούν για να απαιτήσουν την επιστροφή του τσαγιού στην Αγγλία ή την μη είσπραξη του φόρου.
Ο βασιλικός κυβερνήτης Τόμας Χάτσινσον αρνήθηκε να ανταποκριθεί στο αίτημά τους, ενώ άλλα δύο καράβια φορτωμένα με τσάι έφθασαν στην προβλήτα Γκρίφιν του λιμανιού.
Οι πατριώτες συγκεντρώθηκαν ξανά στις 16 Δεκεμβρίου. Στη συγκέντρωση αυτή, όταν ο Σάμιουελ Άνταμς δήλωσε ότι οι πατριώτες δεν γνώριζαν τι άλλο θα μπορούσαν να πράξουν, ακούστηκαν διάφορα συνθήματα όπως: «Απόψε το λιμάνι της Βοστώνης θα μετατραπεί σε τσαγιέρα, έρχονται οι Μόχωκς, όλοι στα αντίσκηνά τους».
Στη συνέχεια δε ο όχλος κατευθύνθηκε προς την προβλήτα Γκρίφιν, όπου είχαν πλευρίσει τα πλοία “Dartmouth”, “Eleanor” και “Beaver”, φορτωμένα με 226 κασόνια τσάι, συνολικού βάρους 41 τόννων και αξίας 25.000 λιρών.
Μολονότι παραμένει άγνωστο ποιοι ήταν αυτοί που μεταμφιέστηκαν σε Ινδιάνους Μόχωκς, εικάζεται ότι στην πλειονότητά τους ήταν βιοτέχνες της Βοστώνης, πλαισιωμένοι από νέους των γειτονικών πόλεων.
Σύμφωνα με μαρτυρίες, οι συμμετέχοντες είχαν μεταμφιεστεί σε Ινδιάνους, ήταν δε εφοδιασμένοι με ένα τσεκούρι που το ονόμαζαν Τομάχωκ και είχαν βάψει τα χέρια και το πρόσωπό τους με καρβουνόσκονη.
Στην προβλήτα Γκρίφιν χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες και στη συνέχεια ανέβηκαν στα τρία καράβια. Αφού πήραν τα κλειδιά των αποθηκών και κεριά, άνοιξαν τις αποθήκες, έσπασαν τα κιβώτια με το τσάι και τα έριξαν στη θάλασσα. Ωστόσο, δεν επετράπη η λεηλασία.
Μετά τα γεγονότα αυτά, η κυβέρνηση του Λονδίνου έσπευσε να κλείσει το λιμάνι της Βοστώνης και να λάβει και άλλα επαχθή μέτρα εις βάρος των αποίκων.
Η αλαζονική συμπεριφορά των Βρετανών ανάγκασε τους αποίκους να στείλουν εκπροσώπους στο «Πρώτο Ηπειρωτικό Συνέδριο» (First Continental Congress), που συνήλθε στην Φιλαδέλφεια στις 5 Σεπτεμβρίου 1774.
Όλες οι αποικίες έστειλαν εκπροσώπους εκτός από την Τζώρτζια. Το συνέδριο σχημάτισε τον «Ηπειρωτικό Σύνδεσμο», ο οποίος διόρισε τοπικές Αρχές σε αντικατάσταση της βασιλικής εξουσίας.
Ενώ δε οι άποικοι ηρνούντο να υποκύψουν στις πιέσεις και στην τυραννία, ο βασιλεύς και οι υπουργοί του ήταν αποφασισμένοι να τους υποτάξουν με την βία.
Ο βασιλέας Γεώργιος Γ’, δήλωσε τότε: «Ο κύβος ερρίφθη, οι άποικοι πρέπει ή να υποταχθούν ή να νικήσουν».
Και έστειλε περισσότερους στρατιώτες στην Βοστώνη, η οποία ήταν σαν ένα καζάνι που έβραζε από οργή και αντίδραση.
Λέξινγκτον
Αμέσως μετά τα γεγονότα αυτά, οι άποικοι της Μασαχουσέτης άρχισαν να συγκεντρώνουν όπλα και πυρομαχικά και να γυμνάζουν τους εθνοφρουρούς τους. Όταν ο διοικητής της βασιλικής φρουράς της Βοστώνης Τόμας Γκέιτζ πληροφορήθηκε ότι οι άποικοι ετοιμάζοντο για πόλεμο και συγκέντρωναν πολεμοφόδια στην πόλη Κόνκορντ, αποφάσισε να δράσει.
Σε εκτέλεση δε της διαταγής του λόρδου Ντάρτμουθ, υπουργού Αποικιών, ξεκίνησε στις 14 Απριλίου 1775 από την Βοστώνη, για να καταστρέψει τις αποθήκες όπλων στο Κόνκορντ, 16 μίλια βόρεια της Βοστώνης, αλλά και να συλλάβει τον Σάμιουελ Άνταμς και τον Τζων Χάνκοκ, που θεωρήθηκαν υπαίτιοι της ανταρσίας και εκρύβοντο στο Λέξινγκτον.
Το βράδυ της 18ης Απριλίου 1775, 800 Βρετανοί γρεναδιέροι και ελαφρά οπλισμένοι πεζικάριοι επιβιβάστηκαν σε βάρκες για να μεταφερθούν από το λιμάνι της Βοστώνης στο Λέξινγκτον.
Ωστόσο, οι κινήσεις των Βρετανών έγιναν αντιληπτές και όταν έφθασαν στο Λέξινγκτον, στις 19 Απριλίου 1775, διαπίστωσαν μέσα στην ομίχλη ότι εκεί είχε συγκεντρωθεί μία ομάδα από 70 Μινιούτμεν (ονομάζοντο έτσι, επειδή έλεγαν ότι μπορούσαν να είναι έτοιμοι για μάχη σε ένα λεπτό).
Οι Μινιούτμεν ήθελαν μόνο να διαμαρτυρηθούν, όμως ο Βρετανός Ταγματάρχης Τζων Πίτκερν, διοικητής των Βρετανών τούς φώναξε: «Διαλυθείτε αναθεματισμένοι επαναστάτες.
Τρέξτε σκυλιά». Ο αρχηγός των Μινιούτμεν, Λοχαγός Τζων Πάρκερ, είπε στους άνδρες του να μην ανοίξουν πυρ, παρά μόνο εάν οι Βρετανοί πυροβολήσουν πρώτοι.
Όταν οι Μινιούτμεν είχαν αρχίσει να αποσύρονται, ακούστηκε ένας πυροβολισμός και οι Βρετανοί έστρεψαν τα όπλα εναντίον τους, άνοιξαν πυρ και στην συνέχεια όρμησαν με προτεταμένες τις ξιφολόγχες εναντίον τους.
Στη συμπλοκή αυτή, σκοτώθηκαν 8 Αμερικανοί και 10 τραυματίστηκαν. Σύμφωνα με μία φράση του συγγραφέα Ραλφ Ουάλντο Έμερσον: «Οι πυροβολισμοί αυτοί έκαμαν το γύρο του κόσμου ολοκλήρου».
Κόνκορντ
Μετά την συμπλοκή στο Λέξινγκτον, οι Βρετανοί υπό την διοίκηση του Συνταγματάρχη Φράνσις Σμιθ και του Ταγματάρχη Τζων Πίτκερν προχώρησαν προς το Κόνκορντ, συγχρόνως δε απέστειλαν έναν αγγελιοφόρο στην Βοστώνη για ενισχύσεις.
Στο μεταξύ κινητοποιήθηκαν πολλοί Μινιούτμεν και εθνοφρουροί των γειτονικών περιοχών, οι οποίοι άρχισαν να εισρέουν προς το Κόνκορντ.
Αμέσως μετά την άφιξη των Βρετανών, οι επαναστάτες πέρασαν το ποτάμι και συγκεντρώθηκαν σε έναν λόφο, από όπου παρατηρούσαν τον εχθρό να καταστρέφει τις αποθήκες όπλων.
Όταν ο Βρετανός Συνταγματάρχης Σμιθ, πληροφορήθηκε την ύπαρξη των δύο γεφυρών επάνω στο ποτάμι, έστειλε τον Λοχαγό Πόουλ να καταλάβει τη νότια γέφυρα και τον Λοχαγό Πάρσονς να καταλάβει τη βόρεια.
Ο ίδιος παρέμεινε μέσα στην πόλη και συνέχισε την κατάσχεση των όπλων.
Μόλις, ο Πάρσονς έφθασε στη βόρεια γέφυρα και οι άνδρες του άρχισαν να ξηλώνουν το ξύλινο δάπεδό της για να την αχρηστεύσουν, οι συγκεντρωμένοι στο απέναντι ύψωμα Αμερικανοί, αποφάσισαν να επέμβουν.
Τότε, ο Αμερικανός Συνταγματάρχης Μπάρτλετ, διοικητής των 450 εθνοφρουρών, απέστειλε τον Ταγματάρχη Μπάτρικ να εκδιώξει τους 100 περίπου Βρετανούς που ευρίσκοντο στη γέφυρα.
Κατά την μάχη που ακολούθησε σκοτώθηκαν 4 Βρετανοί, ενώ οι υπόλοιποι οπισθοχώρησαν προς το Κόνκορντ, όπου παρέμειναν δύο ώρες για να ανασυνταχθούν. Η καθυστέρηση των Βρετανών, είχε ως αποτέλεσμα την αθρόα συρροή και άλλων εθνοφρουρών προς το Κόνκορντ.
Οι άνδρες του Σμιθ σώθηκαν από αφανισμό, με την έγκαιρη άφιξη τριών μονάδων πεζικού και δύο μονάδων πεζοναυτών, υπό την διοίκηση του λόρδου Πέρσυ.
Η ταξιαρχία αυτή, κατά την υποχώρησή της προς την Βοστώνη, κτυπήθηκε από ακροβολιστές επαναστάτες, οι οποίοι έβαλλαν καλυμμένοι πίσω από δένδρα, τοίχους και σπίτια.
Στις μάχες που ακολούθησαν, οι Αμερικανοί είχαν 49 άνδρες νεκρούς, 39 τραυματίες και 5 αγνοούμενους.
Οι Βρετανοί είχαν 73 νεκρούς, 200 τραυματίες και αγνοούμενους.
Όταν ο λόρδος Πέρσυ επέστρεψε στην Βοστώνη ανέφερε στον Στρατηγό Γκέιτζ ότι οι Βρετανοί είχαν συμπεριφερθεί με την γνωστή τους αφοβία και με εξαίρετο στρατιωτικό πνεύμα, ενώ για τους επαναστάτες ανέφερε ότι ήταν οι «πλέον έξυπνοι δουλοπάροικοι του κόσμου».
Όμως, αυτή η αναφορά του λόρδου, δεν ήταν αρκετή για να εξηγήσει πώς 1.800 μόνιμοι Βρετανοί στρατιώτες είχαν κυνηγηθεί από ομάδες αγροτών και εμπόρων που ήταν αποφασισμένοι να επιμείνουν στον δίκαιο αγώνα τους.
Ανεξάρτητα από το ποιά από τις δύο πλευρές πυροβόλησε πρώτη (ήταν ένα θέμα που συζητήθηκε πολύ), παρέμενε αναμφισβήτητο γεγονός ότι η αμερικανική επανάσταση είχε αρχίσει να αποκτά μία δυναμική.
Το Επαρχιακό Συνέδριο της Μασαχουσέτης, θέλοντας να εκμεταλλευτεί πολιτικά τα γεγονότα που είχαν διαδραματισθεί, ανέθεσε σε μία επιτροπή την σύνταξη έκθεσης με θέμα την σφαγή των αποίκων από τους Βρετανούς, την οποία και απέστειλε στο Λονδίνο προτού προλάβει να ετοιμάσει ο Γκέιτζ την δική του.
Όταν οι Βρετανοί πληροφορήθηκαν ότι βετεράνοι στρατιώτες είχαν υποχωρήσει μπροστά στους κουρελήδες αποίκους, πολλοί απόρησαν, ωστόσο λίγοι κατανόησαν το νόημα της αντίστασης στο Κόνκορντ και το Λέξινγκτον.
Στο μεταξύ, χιλιάδες Μινιούτμεν και εθνοφρουροί της Νέας Αγγλίας, φορώντας ρούχα που είχαν φτιάξει στα σπίτια τους και οπλισμένοι με διάφορα παλαιά όπλα, συνέκλιναν προς την Βοστώνη. Όταν συγκεντρώθηκαν εκεί, στις 19 Απριλίου 1775, σχημάτισαν έναν κλοιό γύρω από την πόλη και την απέκλεισαν.
Το Φρούριο Ταϊκοντερόγκα
Μετά τα αιματηρά επεισόδια στο Λέξινγκτον και στο Κόνκορντ και την προβληθείσα αντίσταση των αποίκων στην βία και την επιθετικότητα των Βρετανών, οι πατριώτες αποφάσισαν να αναλάβουν πρωτοβουλίες και να προβούν σε επιθέσεις.
Ο Τζων Μπράουν που είχε σταλεί από τους επαναστάτες στο Μόντρεαλ για να ερευνήσει τα αισθήματα των κατοίκων της πόλεως σχετικά με την επανάσταση, σε ένα σημείωμά του προς την Επιτροπή Ασφαλείας της Μασαχουσέτης είχε αναφέρει τα εξής: «Θα πω κάτι, το οποίον πρέπει να μείνει μυστικό. Το φρούριο Ταϊκοντερόγκα πρέπει να καταληφθεί το συντομότερο, όταν αρχίσουν οι εχθροπραξίες εναντίον των δυνάμεων του βασιλέα».
Το φρούριο Ταϊκοντερόγκα βρίσκεται στο σημείο σύγκλισης των λιμνών Σαμπλέν και Τζώρτζ και επί της υδάτινης οδού που συνδέει την Νέα Υόρκη με τον Καναδά, θέση από όπου οι Βρετανοί μπορούσαν να εκτελέσουν επίθεση εναντίον των επαναστατημένων Αμερικανών.
Το παλιό πέτρινο φρούριο είχε κατασκευαστεί το 1750 από τους Γάλλους για να αντικαταστήσει το χωμάτινο του 1690. Από το 1763 και μετά, είχε αφεθεί να ερειπώσει και τα 80 βαρέα κανόνια, τα 20 μικρότερα και οι 12 όλμοι του, αποτελούσαν πλούσια λεία για τους Αμερικανούς.
Συμπτωματικά, την επομένη των γεγονότων στο Κόνκορντ και στο Λέξινγκτον, ο Αμερικανός Συνταγματάρχης Σάμιουελ Πάρσονς είχε μεταβεί στο Κονέτικατ να επιστρατεύσει άνδρες για την πολιορκία της Βοστώνης.
Προσπαθώντας να βρει κανόνια συνάντησε τον Συνταγματάρχη Μπένεντικτ Άρνολντ, από τον οποίον πληροφορήθηκε ότι στο φρούριο Ταϊκοντερόγκα υπήρχαν άφθονα κανόνια και ότι η φύλαξή του ήταν πλημμελής.
Ενώ ο Πάρσονς συνέχισε το ταξίδι του, ο Άρνολντ έσπευσε στο Κέιμπριτζ (Μασαχουσέτης) για να ζητήσει εξουσιοδότηση να επιτεθεί κατά του φρουρίου. Τότε, η Τοπική Επιτροπή επιστράτευσε 400 άνδρες από την Μασαχουσέτη για να συμμετάσχουν στην επιχείρηση.
Στο μεταξύ, ο Πάρσονς είχε συναντήσει τον Τζων Μπράουν και τον Συνταγματάρχη Τζέιμς Ήστον, οι οποίοι διέθεταν 40 άνδρες από το Κάσλτον του Χάμσαϊρ Γκραντς, περιοχή η οποία αργότερα αποτέλεσε την πολιτεία του Βερμόντ.
Ο Πάρσονς και η ομάδα του καθ’ οδόν συνάντησαν και τον Ήθαν Άλλεν, ο οποίος έχοντας μαζί του τους σκληροτράχηλους συντρόφους του, γνωστούς ως «τα παιδιά του Πράσινου Βουνού», ήταν αποφασισμένος να καταλάβει το φρούριο Ταϊκοντερόγκα, που στην γλώσσα των Ινδιάνων σημαίνει «το συναπάντημα των νερών».
Έτσι, δύο ανεξάρτητες ομάδες, η μία υπό τον Άρνολντ και η άλλη υπό τον Άλλεν, άρχισαν να προχωρούν ανταγωνιστικά για να καταλάβουν το φρούριο. Όταν συναντήθηκαν στο Κάσλτον, όπου ο Άρνολντ είχε φθάσει πρώτος, προπορευόμενος των ανδρών του, οι δύο αξιωματικοί συγκρούστηκαν.
Επιδεικνύοντας την εξουσιοδότηση της Επιτροπής Ασφαλείας της Μασαχουσέτης (MCS), ο Άρνολντ δήλωσε στον Άλλεν ότι εκείνος δεν διέθετε εξουσιοδότηση από κανέναν, για να πάρει την απάντηση, ότι ενώ ο ίδιος (ο Άλλεν) διέθετε 175 άνδρες, εκείνος δεν είχε κανέναν άνδρα μαζί του.
Αρχικά, ο Άλλεν αρνήθηκε να υποκύψει, όμως τελικά δέχθηκε τον Άρνολντ στο πλευρό του.
Οι άνδρες των Άρνολντ και Άλλεν έφθασαν στο φρούριο Ταϊκοντερόγκα τις πρώτες ώρες της 10ης Μαΐου 1775.
Όταν έφθασαν στην πύλη του φρουρίου που ήταν ανοικτή, ακινητοποίησαν τον μισοκοιμισμένο φρουρό και τα «παιδιά του Πράσινου Βουνού» κινήθηκαν προς τους στρατώνες, όπου αναπαύοντο οι 83 φρουροί μαζί με τους αξιωματικούς, τον Λοχαγό Ουίλιαμ Ντελαπλάς και τον Υπολοχαγό Τζόσλιν Φέλτχαμ.
Μετά την ακινητοποίηση του φρουρού στον στρατώνα, ο Άλλεν κάλεσε τον λοχαγό να εμφανιστεί αμέσως, όμως στην θέση του εμφανίστηκε ο υπολοχαγός, ο οποίος μόλις φορούσε το παντελόνι του.
Όταν ο Άλλεν απαίτησε από τον υπολοχαγό την παράδοση του φρουρίου, αυτός ζήτησε να μάθει από πού απορρέει η αρμοδιότητα αυτή.
Έλαβε τότε την απάντηση: «Στο όνομα του μεγάλου Ιεχωβά και του Ηπειρωτικού Συνεδρίου».
Μετά την παράδοση του φρουρίου, οι αιχμάλωτοι, οι οποίοι αποτελούντο από 2 αξιωματικούς, στρατιώτες, γυναίκες και παιδιά, τέθηκαν υπό περιορισμό, ενώ ο Σεθ Γουώρνερ των «παιδιών του Πράσινου Βουνού», απεστάλη στο φρούριο Κράουν Πόιντ που βρισκόταν πιο πέρα.
Η κατάληψη και αυτού του φρουρίου απέφερε άλλα 100 κανόνια.
Ωστόσο, η απογοήτευση του Άλλεν και του Άρνολντ ήταν μεγάλη, όταν διατάχθηκαν να εγκαταλείψουν το φρούριο και να μεταφέρουν τα κανόνια στην Βοστώνη.
Αργότερα, το Συνέδριο αποφάσισε να επανδρώσει τα δύο φρούρια με 1.000 άνδρες, ενώ τα κανόνια μεταφέρθηκαν στην Βοστώνη μόλις τον Ιανουάριο 1776.
Η πολιορκία της Βοστώνης
Όταν οι άποικοι ξεσηκώθηκαν κατά της τυραννίας των Βρετανών, αυτοί κατέφυγαν στην Βοστώνη στις 19 Απριλίου 1775. Τότε, με μεγάλη έκπληξη διαπίστωσαν ότι οι επαναστάτες, αντί να επιστρέψουν στα σπίτια τους όπως αναμενόταν, είχαν κατασκηνώσει γύρω από την πόλη σχηματίζοντας ένα ημικύκλιο, στο οποίο διεκρίνοντο οι φωτιές που είχαν ανάψει για να ζεσταθούν.
Έτσι, έγινε αντιληπτό ότι οι Αμερικανοί είχαν παραμείνει γύρω από την Βοστώνη για να συνεχίσουν τον πόλεμο που είχαν αρχίσει οι Βρετανοί.
Το ίδιο βράδυ, η Επιτροπή Ασφαλείας της Μασαχουσέτης (MCS), απέστειλε έφιππους αγγελιοφόρους για να ενημερώσει τις άλλες αποικίες για τα τεκταινόμενα και να ζητήσει βοήθεια.
Ο αγγελιοφόρος, Ίσραελ Μπίσσετ, έφθασε στην Φιλαδέλφεια στις 23 Απριλίου, διατρέχοντας την απόσταση Βοστώνης – Φιλαδέλφειας σε 5 ημέρες, 3 ημέρες γρηγορότερα από τον χρόνο που απαιτείτο για τις ταχυδρομικές άμαξες. Το μήνυμα που μετέφερε στις νότιες αποικίες έλεγε: «Σας εξορκίζουμε, ότι είναι ιερό να στείλετε βοήθεια… όλα παίζονται».
Όταν, ο βασιλικός κυβερνήτης της Τζώρτζια πληροφορήθηκε τα συνταρακτικά νέα στην Νέα Αγγλία, προέβλεψε ότι: «μια γενική επανάσταση σε ολόκληρη την Αμερική έρχεται απότομα και γρήγορα».
Ενώ, ένας κάτοικος της Νέας Αγγλίας τόνισε τα ακόλουθα: «Κύριε, άρχισε ένας εμφύλιος, αλλά πώς και πού θα τελειώσει, το γνωρίζει μόνο αυτός που έχει τα χέρια του στις τέσσερεις γωνιές της γης».
Ωστόσο, οι πατριώτες των 13 αποικιών, είχαν αντιληφθεί ότι ο κύβος είχε ήδη ριφθεί και παντού ακούγονταν κραυγές, «στα όπλα, στα όπλα».
Στη Βιρτζίνια, όταν ο βασιλικός κυβερνήτης λόρδος Ντάνμορ το βράδυ της 20ής Απριλίου έστειλε μια ομάδα πεζοναυτών να καταλάβουν μια αποθήκη πυρομαχικών, η ενέργειά του δημιούργησε τέτοια αντίδραση, ώστε αναγκάστηκε να πληρώσει για τα κατασχεμένα.
Η δε απειλή του ότι θα μετέβαλε την αποικία σε έρημο και ότι θα απελευθέρωνε τους σκλάβους για να τους οπλίσει και να τους χρησιμοποιήσει εναντίον των αποίκων, είχε ως αποτέλεσμα να ταχθεί η αποικία της Βιρτζίνια στο πλευρό της Μασαχουσέτης.
Στο μεταξύ, στην πολιορκούμενη Βοστώνη επικρατούσε μεγάλη αναταραχή. Οι μεν κάτοικοι της πόλεως και των περιχώρων, ανησυχώντας για την ζωή τους, προσπαθούσαν να την εγκαταλείψουν, οι δε ένοπλοι πατριώτες που την πολιορκούσαν ήθελαν να την καταλάβουν. Με τη σειρά τους οι Βρετανοί, δεν μπορούσαν να κατανοήσουν την αποφασιστικότητα των αποίκων, αντί δε να κατευνάσουν τα πνεύματα, συνεχώς τόνιζαν την στρατιωτική ανικανότητα των αγροτών και των εμπόρων που είχαν πάρει τα όπλα εναντίον τους.
Σύμφωνα με έναν Βρετανό αξιωματικό, χειρούργο του Ναυτικού, η κατάσταση περιγραφόταν ως εξής: «Ένα μεγάλος αριθμός οπλισμένων επαναστατών βρίσκονται κοντά στην Βοστώνη.
Το στρατόπεδό τους και τα καταλύματά τους είναι εφοδιασμένα με όλα τα εφόδια και οι δρόμοι είναι γεμάτοι με κάρα που τους φέρνουν ρούμι, μηλίτη, οίνο κ.λπ. Διότι δίχως το ρούμι της Νέας Αγγλίας, ο στρατός αυτής της περιοχής δεν μπορεί να πειθαρχήσει.
Δεν μπορούν να πολεμήσουν ή να προσευχηθούν εάν ο καθένας τους δεν καταναλώσει τουλάχιστον ένα μπουκάλι ρούμι την ημέρα.
Αυτός ο στρατός για τον οποίον μιλούν και γράφουν πολλά, στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένας συρφετός μεθυσμένων, ψευδολόγων, τεμπέληδων και προσευχόμενων υποκριτών…».
Όμως, ο λόρδος Πέρσυ είχε διαφορετική γνώμη για τους αποίκους. Σε μια επιστολή του ανέφερε τα ακόλουθα: «όποιος θεωρεί ότι οι επαναστάτες αποτελούνται από έναν ανοργάνωτο όχλο, διαπράττουν λάθος.
Υπάρχουν άνθρωποι ανάμεσά τους που γνωρίζουν τί θέλουν. Έχοντας χρησιμοποιηθεί ως Ρέιντζερ (έφιπποι αστυνόμοι) κατά των Ινδιάνων και των Καναδών στην χώρα τους, που είναι λοφώδης και καλύπτεται από πυκνά δάση, χρησιμοποιούν τακτικές πολύ κατάλληλες για την περίπτωσή τους».
Στο πρώτο Πολεμικό Συμβούλιο των επαναστατών που συνήλθε, οι αξιωματικοί των εθνοφρουρών είχαν μεν διάθεση να πολεμήσουν για να καταλάβουν την Βοστώνη, όμως ήταν άπειροι.
Τέσσερεις ημέρες μετά τα γεγονότα στο Λέξινγκτον και στο Κόνκορντ, ο Αμερικανός στρατηγός της Μασαχουσέτης, Άρτεμας Ουάρντ, που διορίστηκε υπεύθυνος για να συνεχίσει την πολιορκία της Βοστώνης, θεώρησε υποχρέωσή του να ενημερώσει το Συμβούλιο με τα εξής λόγια: «Κύριοι, η κατάστασή μου είναι τέτοια, ώστε εάν δεν στρατολογήσω αξιωματικούς αμέσως, θα παραμείνω μόνος. Είναι αδύνατον να συγκρατήσω τους άνδρες εδώ, εκτός εάν συμβεί κάτι συνταρακτικό. Γι’ αυτό και παρακαλώ να ετοιμαστεί το σχέδιο και να μου δοθεί αυτό το πρωί, εσείς δε οι κύριοι του Συμβουλίου, να εκδώσετε διαταγές για τη στρατολόγηση ανδρών».
Όταν ο Στρατηγός Τόμας, διοικητής των εθνοφρουρών στο Ρόξμπιουρυ, ανέφερε στον Στρατηγό Ουάρντ, ότι η δύναμή του είχε ελαττωθεί από 6.000 σε 2.500, αυτός του απήντησε ότι και το δικό του στρατόπεδο ήταν τόσο ισχνό, ώστε του ήταν αδύνατον να του παράσχει βοήθεια.
Είναι γεγονός, ότι τα προβλήματα του Επαρχιακού Συμβουλίου της Μασαχουσέτης (MPA) και της Επιτροπής Ασφαλείας (CS) ήταν τεράστια.
Οι εθνοφρουροί ήταν απείθαρχοι, ανοργάνωτοι και δεν αισθάνοντο την υποχρέωση να συνεχίσουν τον αγώνα.
Η αποικία δεν είχε οπλοστάσιο και χρήματα και για να αποκτήσει στρατό έπρεπε να σχηματίσει κυβέρνηση μη υποκείμενη στους Άγγλους.
Όταν ο Τζων Χάνκοκ και οι Σάμιουελ και Τζων Άνταμς, αναχώρησαν για την Φιλαδέλφεια προκειμένου να παραστούν στο Δεύτερο Ηπειρωτικό Συνέδριο (Second Continental Congress), ο Τζέιμς Γουώρρεν, πρόεδρος της συνέλευσης, ανέλαβε τα ηνία της επαρχιακής διοίκησης των εθνοφρουρών που ήταν ανοργάνωτοι.
Ευτυχώς, οι αποικίες της Νέας Αγγλίας γρήγορα ανασυντάχθηκαν. Δημιούργησαν στρατιωτικούς σχηματισμούς, άρχισαν τη στρατολόγηση ανδρών, τους οποίους όπλιζαν και πλήρωναν και διόριζαν αξιωματικούς, με διαδικασίες που προξενούσαν αντιζηλίες.
Έτσι, οι κάτοικοι της Νέας Αγγλίας, ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα για στρατολόγηση 30.000 ανδρών, προσήλθαν για να καταταγούν.
Η Μασαχουσέτη στρατολόγησε 11.500 άνδρες, το Κονέτικατ 2.300, το Νιου Χάμσαϊρ 1.200 και το Ροντ Άιλαντ 1.000. Συγχρόνως διορίστηκαν αξιωματικοί, από τους οποίους άλλοι ήταν παλιοί και άλλοι νέοι.
Οι εθνοφρουροί που στρατολογήθηκαν, στην πλειοψηφία τους ήταν αγρότες και τεχνίτες, που γνώριζαν την χρήση του μουσκέτου. Στο μεταξύ, η βρετανική κυβέρνηση, αντιλαμβανομένη την κρισιμότητα της κατάστασης, απέστειλε ενισχύσεις με το πλοίο «Cerebus», στο οποίον επέβαιναν και οι Υποστράτηγοι Χάου, Κλίντον και Μπουργκόιν.
Όταν το καράβι έφθασε στις 25 Μαΐου στη Βοστώνη, ο Υποστράτηγος Μπουργκόιν δεν μπόρεσε να συγκρατήσει την έκπληξή του μόλις πληροφορήθηκε ότι 5.000 Βρετανοί τακτικοί στρατιώτες, επολιορκούντο από 10.000 αγρότες, οπλισμένους με ξεπερασμένα όπλα. Πράγματι, ένα μήνα μετά την πρώτη συγκέντρωση των εθνοφρουρών, η πολιορκία της Βοστώνης είχε οργανωθεί καλύτερα.
Επίσης, οι παρακλήσεις του Στρατηγού Ουάρντ στο Πολεμικό Συμβούλιο της Μασαχουσέτης είχαν βρει ανταπόκριση και οι στρατολογημένοι άποικοι είχαν εφοδιαστεί με τρόφιμα, όπλα και πυρίτιδα. Έτσι, στις αρχές Ιουνίου 1775, 7.500 εθνοφρουροί είχαν σχηματίσει έναν ασφυκτικό κλοιό γύρω από την Βοστώνη.
Μέσα στην πόλη της Βοστώνης, ο Βρετανός Στρατηγός Γκέιτζ, είχε αποκοπεί από την ύπαιθρο και η μόνη επαφή του ήταν με την Αγγλία που απείχε 5.000 χλμ.
Έτσι, έγινε κατανοητό ότι η κατάσταση των Βρετανών στην Βοστώνη θα γινόταν πολύ κρίσιμη εάν οι Αμερικανοί επαναστάτες αποφάσιζαν να καταλάβουν τα υψώματα του Ντόρτσεστερ στα νότια της Βοστώνης ή τους λοφίσκους της χερσονήσου Τσάρλσταουν.
Μπάνκερ Χιλ
Ενώ ο Βρετανός Στρατηγός Γκέιτζ σχεδίαζε να καταλάβει τα τρία υψώματα Μόρτον, Μπρίντ και Μπάνκερ που ευρίσκοντο στη χερσόνησο του Τσάρλσταουν για να αποτρέψει τον βομβαρδισμό της Βοστώνης από τους επαναστάτες, εκείνοι προβλέποντας την στρατηγική κίνησή του, αποφάσισαν να δράσουν αμέσως για να τον προλάβουν.
Έτσι, τη νύκτα της 16ης Ιουνίου 1775, 1.800 εθνοφρουροί υπό τον Συνταγματάρχη Ουίλιαμ Πρέσκοτ κατέλαβαν το ύψωμα Μπρίντ, αντί του Μπάνκερ Χιλ, όπως είχε σχεδιαστεί και αμέσως άρχισαν να κατασκευάζουν ένα μικρό τετράγωνο οχυρό με πλευρά 40 μέτρων καθώς και ένα πρόχωμα μήκους 40 μέτρων, προς την πλευρά του ποταμού Μύστικ.
Στο πρόχωμα τοποθετήθηκαν 200 εθνοφρουροί από το Κονέτικατ υπό την διοίκηση του Λοχαγού Τόμας Νόουλτον καθώς και εθνοφρουροί από το Νιου Χάμσαϊρ. Η διοίκηση της φρουράς του οχυρού ανατέθηκε στον Πρέσκοτ και στον Δρ. Τζέι Γουώρρεν, πρόεδρο του επαρχιακού Συμβουλίου που είχε διοριστεί υποστράτηγος.
Ο Βρετανός Υποστράτηγος Σερ Ουίλιαμ Χάου που είχε διαταχθεί να απομακρύνει τους αποίκους από την χερσόνησο, αποφάσισε να επιτεθεί μετωπικά, απορρίπτοντας την συμβουλή του Χ. Κλίντον, ο οποίος είχε προτείνει την αποβίβαση δυνάμεων στη στενωπό της χερσονήσου για να αποτραπεί η οπισθοχώρηση των Αμερικανών.
Γύρω στις 15.00, 3.000 Βρετανοί εκτέλεσαν απόβαση στο Μόρτον Πόιντ, στο νότιο άκρο της χερσονήσου και στην αντίθετη κατεύθυνση της στενωπού, επικουρούμενοι από τα πυροβόλα των πλοίων, τα οποία έριχναν κατά του οχυρού και του προχώματος. Κατά την διάρκεια του αγγλικού βομβαρδισμού, εκδηλώθηκε πυρκαγιά στα κτίρια του Τσάρλσταουν.
Κατά την επίθεση των Βρετανών, ο Στρατηγός Χάου, ηγούμενος των ανδρών του, όρμησε κατά των Αμερικανών που ήταν ταμπουρωμένοι πίσω από τον φράχτη, πλησίον του ποταμού, για να εκπορθήσει το αριστερό κέρας των αποίκων.
Όταν πλησίασε, αντιμετωπίστηκε από τους αποίκους με θάρρος και ψυχραιμία, οι οποίοι έβαλλαν συνέχεια εναντίον των δυνάμεών του, μέχρις ότου τελείωσαν τα πυρομαχικά τους.
Στο μεταξύ, ο Βρετανός Στρατηγός Ρόμπερτ Πίγκοτ, οδηγούσε τους άνδρες του κατά των αποίκων που ευρίσκοντο στο φρούριο του υψώματος.
Μολονότι οι εθνοφρουροί διέθεταν παλαιά μουσκέτα και μικρή ποσότητα πυρίτιδας, όντας πεπειραμένοι έριχναν εύστοχα και μετρημένα, εναντίον των Βρετανών αξιωματικών.
Όταν τα πυρομαχικά των Αμερικανών πλησίαζαν στο τέλος τους ο Συνταγματάρχης Πρέσκοτ διέταξε παύση πυρός.
Μόλις οι Βρετανοί στρατιώτες πλησίασαν στα 30 μέτρα, οι άποικοι με ομαδικό πυρ τούς απώθησαν. Οι Βρετανοί, αφού ανασυντάχθηκαν, όρμησαν κατά του φρουρίου προτείνοντας τις ξιφολόγχες τους, εναντίον των αποίκων που δεν ήταν εφοδιασμένοι με ξιφολόγχες.
Σύντομα, οι άποικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το οχυρό, χρησιμοποιώντας τα περίστροφα τους. Στη συνέχεια δε εκκένωσαν την χερσόνησο του Τσάρλσταουν.
Η νίκη των Βρετανών τούς στοίχισε ακριβά. Η απώλεια πολλών αξιωματικών ανάγκασε τον Χάου να δηλώσει ότι οι απώλειες αυτές ήταν τα «φονικά επακόλουθα αυτής της ενέργειας». Αλλά και ο Στρατηγός Κλίντον έσπευσε να δηλώσει ότι: «οι Βρετανοί είχαν κερδίσει μια νίκη πολύ ακριβοπληρωμένη και ότι ακόμη μια άλλη θα τους αποτελειώσει».
Στο εξής, η φήμη ότι οι Αμερικανοί δεν ήταν εύκολη λεία, όταν ήταν ταμπουρωμένοι μέσα σε χαραχώματα, θα κυνηγούσε τους Βρετανούς στρατηγούς κατά την διάρκεια της αμερικανικής επανάστασης.
Στη μάχη αυτήν οι Βρετανοί έχασαν από τους 2.500 άνδρες που είχαν συμμετάσχει στο Τσάρλσταουν, 1.054 άνδρες από τους οποίους οι 226 ήταν νεκροί και 828 τραυματίες, συμπεριλαμβανομένων 19 νεκρών αξιωματικών και 70 τραυματιών.
Οι Αμερικανοί είχαν 140 νεκρούς και 271 τραυματίες. Μετά τη μάχη ο Στρατηγός Γκέιτζ παρέμεινε άπρακτος, αρκεσθείς στην οχύρωση των υψωμάτων που είχε καταλάβει, ενώ οι Αμερικανοί ενίσχυσαν τις γραμμές τους από το Ρόξμπιουρυ μέχρι το Κέιμπριτζ.
Ο αρχιστράτηγος Τζωρτζ Ουάσιγκτον
Το Δεύτερο Ηπειρωτικό Συνέδριο (Κογκρέσο), που είχε συνέλθει στην Φιλαδέλφεια μετά από πρωτοβουλίες του Τζων Άνταμς, είχε λάβει δύο σημαντικές αποφάσεις: δημιούργησε τον Ηπειρωτικό Στρατό και διόρισε τον Τζωρτζ Ουάσιγκτον αρχιστράτηγο.
Επίσης διόρισε 4 υποστρατήγους (Άρτεμας Ουάρντ, Τσαρλς Λη, Οράτιο Γκέϊτς, Φίλιπ Σούιλερ) και 8 ταξιάρχους.
Ο Ουάσιγκτον δέχθηκε τον διορισμό του με μεγάλη ανησυχία και, αντίθετα με τους άλλους στρατηγούς, προσπάθησε να τον αποφύγει. Τελικά τον δέχθηκε ως μια «μορφή της μοίρας του» και αμέσως μετά ξεκίνησε για την Βοστώνη.
Όταν έφθασε στο στρατόπεδο των Αμερικανών, στο Καίμπριτζ της Μασαχουσέτης (σήμερα προάστιο της Βοστώνης), στις 2 Ιουλίου 1775, η κατάσταση που επικρατούσε εκεί ήταν απελπιστική.
Ο Ουάσιγκτον ανέλαβε να δημιουργήσει έναν στρατό από τους άνδρες που είχαν οπλιστεί άτακτα στις αποικίες της Νέας Αγγλίας: Μασαχουσέτη, Κονέτικατ, Νιού Χάμσαϊρ και Ροντ Άϊλαντ.
Οι άνδρες που αποτελούσαν την εθνοφρουρά ήταν ανυπάκουοι και απειθάρχητοι εθελοντές, αγνοούσαν και την στοιχειώδη στρατιωτική πειθαρχία, δεν είχαν κατάλληλα ρούχα, όπλα και πυρομαχικά.
Επιπλέον, πολλοί από αυτούς είχαν επιστρέψει στα σπίτια τους, η δε πυρίτιδα που διετίθετο επαρκούσε μόνο για εννέα βολές ανά στρατιώτη. Ο Ουάσιγκτον στην αναφορά του προς το Συνέδριο ανέφερε τα ακόλουθα:
«Η κατάστασή μου είναι απερίγραπτα απελπιστική, αφού φθάνει γρήγορα ο χειμώνας και ο στρατός είναι γυμνός.
Η θητεία των ανδρών λήγει σε μερικές εβδομάδες και δεν έχει ληφθεί καμμία μέριμνα. Επιπλέον, το πολεμικό ταμείο είναι σχεδόν άδειο και ο υπεύθυνος ταμίας δεν έχει ούτε ένα δολλάριο… Δεν γνωρίζω ποιός είναι υπεύθυνος, όμως έχω την γνώμη ότι, εάν το κακό δεν θεραπευθεί, ο στρατός πρέπει να διαλυθεί».
Η κατάσταση μέσα στην πολιορκημένη Βοστώνη ήταν λίγο καλύτερη από αυτήν που επικρατούσε στο στρατόπεδο των επαναστατών, όμως στους δρόμους της πόλεως υπήρχαν πολλοί άταφοι νεκροί. Αρκετοί δε προσπαθούσαν να εγκαταλείψουν την πόλη με πλοία που είχαν προορισμό την Αγγλία, λόγω της πείνας που μάστιζε τους πολίτες.
Ο διάκονος ενός ναού ανέφερε στο ημερολόγιό του χαρακτηριστικά ότι την 1η Αυγούστου είχε καλέσει δύο κυρίους σε γεύμα για να «φάνε ποντίκια».
Ο Λόρδος Πέρσυ ήταν πιο τυχερός αφού είχε σκοτώσει ένα πουλάρι και το είχε ψήσει για να το καταβροχθίσει.
Όμως, ο Ταγματάρχης Μασγκρέϊβ ήταν άτυχος, διότι του έκλεψαν το πουλάρι του πριν προλάβει να το φάει. Με την σειρά τους οι αξιωματικοί της φρουράς στην πόλη προσπαθούσαν να διασκεδάσουν την κατάστασή τους με θεατρικές παραστάσεις, που εδίδοντο δύο φορές την εβδομάδα. Μια από τις παραστάσεις ονομαζόταν ο «αποκλεισμός της Βοστώνης».
Ένας Βρετανός αξιωματικός, που διέμενε στην Βοστώνη, θεωρούσε ότι οι άποικοι ήταν τουλάχιστον εκατό χρόνια πιο καθυστερημένοι από τους κατοίκους της Αγγλίας, δεν ήταν τίμιοι αλλά ούτε και θρήσκοι.
Ωστόσο, θεωρούσε ότι οι γυναίκες άποικοι ήταν πολύ ωραίες αλλά και πολύ ευάλωτες και φιλάσθενες. Τον Σεπτέμβριο του 1775, ο Βρετανός αρχιστράτηγος Γκέϊτζ ανακλήθηκε στην Αγγλία και αντικαταστάθηκε από τον Ουΐλιαμ Χάου.
Το στρατόπεδο των επαναστατών στο Καίμπριτζ
Όταν οι μονάδες των εθνοφρουρών των νοτίων αποικιών Μαίρηλαντ, Πενσυλβάνια και Βιρτζίνια, έφθασαν στο στρατόπεδο του Καίμπριτζ της Μασαχουσέτης, η κατάσταση είχε γίνει αφόρητη και τα προβλήματα του Ουάσιγκτον αυξήθηκαν υπέρμετρα.
Οι εθνοφρουροί επέμεναν να πυροβολούν άσκοπα και να σπαταλούν την πυρίτιδα που τους είχε παραδοθεί.
Όταν ορισμένοι από αυτούς αλυσοδέθηκαν και κλείστηκαν στην φυλακή, απελευθερώθηκαν αμέσως από τους συναδέλφους τους.
Ωστόσο, το σοβαρότερο πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο Ουάσιγκτον ήταν τα συμφωνητικά που είχαν υπογράψει οι εθνοφρουροί για να καταταγούν, τα οποία έληγαν τον Δεκέμβριο.
Ήταν δε άγνωστο εάν θα ήθελαν να παραμείνουν ανανεώνοντας το συμφωνητικό τους ή εάν θα αποφάσιζαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Αυτό το δίλημμα απετέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της επανάστασης.
Ο Ουάσιγκτον δεν γνώριζε ποιό θα ήταν το αποτέλεσμα, αφού στις 19 Νοεμβρίου μόνο 2.540 άνδρες είχαν δηλώσει ότι επιθυμούσαν να παρατείνουν την θητεία τους. Οι εθνοφρουροί του Κονέτικατ, των οποίων το συμφωνητικό έληγε στις 10 Δεκεμβρίου, είχαν ήδη αρχίσει να μαζεύουν τα πράγματά τους από την 1η Δεκεμβρίου.
Όμως και οι νεοσύλλεκτοι αλλά και αυτοί που κατατάχθηκαν για δεύτερη φορά, δεν ανταπεκρίνοντο στις προσδοκίες του Ουάσιγκτον, ο οποίος έγραψε στον Τζων Ρίιντ στις 14 Ιανουαρίου 1776: «Δεν έχουμε χρήματα στο θησαυροφυλάκιό μας, πυρίτιδα στις αποθήκες μας και όπλα στα οπλοστάσιά μας».
Όμως οι μεγαλύτεροι φόβοι του Ουάσιγκτον επαληθεύτηκαν, όταν ορισμένοι αξιωματικοί, που ήταν δυσαρεστημένοι, έθεσαν ανυπέρβλητα εμπόδια στην αναζήτηση νέων ανδρών, παρεμποδίζοντας στην ουσία την δημιουργία του τακτικού στρατού.
Μετά την κατάσταση που διαμορφώθηκε, ο Ουάσιγκτον δεν ήλπιζε ότι η στρατολόγηση θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε εθελοντική βάση.
Μολονότι το σύνολο των ανδρών στα χαρτιά ήταν περίπου 10.500, πολλοί δεν είχαν παρουσιαστεί ή είχαν εγκαταλείψει το στρατόπεδο παίρνοντας μαζί τους και το μουσκέτο τους.
Ένα μήνα μετά η κατάσταση παρέμενε κρίσιμη, οι μονάδες είχαν μόλις τους μισούς άνδρες και η πολιορκία της Βοστώνης βρισκόταν σε στασιμότητα.
Κεμπέκ
Κατά την διάρκεια των εργασιών του Δευτέρου Ηπειρωτικού Συνεδρίου (Κογκρέσου) για την ανεξαρτησία των αποικιών, οι σύνεδροι συζήτησαν από τις 19 Μαΐου έως τις 27 Ιουνίου ένα σχέδιο επίθεσης εναντίον του Καναδά.
Όσο καιρό οι Βρετανοί κατείχαν το Μόντρεαλ και το Κεμπέκ, θεωρητικά ήταν σε θέση να εξαπολύουν επιθέσεις κατά των επαναστατημένων αποικιών, ακολουθώντας την φυσική υδάτινη οδό που συνέδεε το Μόντρεαλ με την Νέα Υόρκη.
Αυτή η υδάτινη οδός απετελείτο από τις λίμνες Σαμπλαίν και Τζωρτζ και τον ποταμό Χάντσον.
Το 1759, η μοίρα της Βορειοαμερικανικής Ηπείρου είχε κριθεί στο Κεμπέκ, με την νικηφόρα για τους Βρετανούς έκβαση του πολέμου κατά των Γάλλων και των Ινδιάνων.
Το 1775, οι πιθανότητες προσάρτησης του Καναδά από τους επαναστατημένους αποίκους ήταν ενθαρρυντικές, αφού ο Στρατηγός Γκάϋ Κάρλτον, γενικός κυβερνήτης του Καναδά, διέθετε μόνο 450 τακτικούς στρατιώτες.
Όμως ήταν πολύ ενεργητικός και με την στάση που είχε τηρήσει, είχε πάρει με το μέρος του τους αποίκους του Καναδά, στην υποστήριξη των οποίων ήλπιζαν και οι Αμερικανοί.
Ο διαθέσιμος χρόνος για την επιχείρηση δεν ήταν επαρκής, επειδή ο βαρύς χειμώνας που σημειώνεται στον Καναδά θα άρχιζε σε τέσσερεις μήνες.
Ενώ η έγκριση του σχεδίου για την προσάρτηση του Καναδά καθυστερούσε πολύ, εγκρίθηκε η κατάληψη ορισμένων στρατηγικών σημείων και 3.000 άνδρες υπό την διοίκηση του Στρατηγού Φίλιπ Σούιλερ και του Στρατηγού Ρίτσαρντ Μοντγκόμερι εστάλησαν αμέσως στη λίμνη Σαμπλαίν.
Όταν ο Σούιλερ ασθένησε, ο Μοντγκόμερι ορίστηκε αντικαταστάτης του. Αυτός είχε υπηρετήσει ως λοχαγός στον βρετανικό στρατό στον πόλεμο κατά των Ινδιάνων και των Γάλλων, εν συνεχεία δε είχε παραιτηθεί για να παντρευτεί και να εγκατασταθεί στην Νέα Υόρκη.
Ο Στρατηγός Μοντγκόμερι απογοητεύτηκε σύντομα όταν τα «Παιδιά του Πράσινου Βουνού», παρά τις ικεσίες του διοικητή τους Συνταγματάρχη Ήθαν Άλλεν, δεν δέχθηκαν να συμμετάσχουν στην επιχείρηση και στη συνέχεια αντικατέστησαν τον Άλλεν με τον Σεθ Γουόρνερ.
Τότε ο Άλλεν έλαβε μέρος στην επιχείρηση εθελοντικά και συγκέντρωσε μερικούς Καναδούς που ήταν φιλικά προσκείμενοι στους επαναστάτες, ενώ ο Γουόρνερ αργότερα έφερε ένα μικρό απόσπασμα για να συμπαρασταθεί στον Μοντγκόμερι.
Οι επαναστάτες, αφού διέσχισαν την λίμνη με αβαθείς λέμβους, προχώρησαν προς το Φορτ Σαιν Ζαν όπου και έφθασαν στις 6 Σεπτεμβρίου.
Το φρούριο αυτό απείχε μόλις 23 χλμ. από το Μόντρεαλ. Εκεί δέχθηκαν την επίθεση εχθρικών Ινδιάνων και υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν στις βάρκες τους και να καταφύγουν στην νήσο Ιλ ο Νοουά, στην είσοδο της λίμνης Σαμπλαίν.
Όμως, μια άλλη ομάδα Ινδιάνων, που ήταν δυσαρεστημένοι με τον Στρατηγό Κάρλτον, αποφάσισαν να ενωθούν με τους αποίκους.
Τότε ο Μοντγκόμερι, έχοντας και τις ενισχύσεις που προαναφέραμε, αποφάσισε να επιστρέψει στο Φορτ Σαιν Ζαν για να το πολιορκήσει.
Στο μεταξύ ο Άλλεν με μια δύναμη 150 ανδρών από Αμερικανούς και Ινδιάνους, φθάνοντας στις νότιες όχθες του Αγίου Λαυρεντίου, είχε κατορθώσει να περάσει στην απέναντι όχθη, σε ένα σημείο που απείχε 5 χλμ. από το Μόντρεαλ.
Όμως δέχθηκε την επίθεση των Βρετανών και των Καναδών που στάθμευαν στο Μόντρεαλ και αιχμαλωτίστηκε. Μετά δε από μια αιχμαλωσία δύο ετών στην Αγγλία, επέστρεψε στην Αμερική ως ανταλλάξιμος.
Στο μεταξύ ο Μοντγκόμερι, που βρισκόταν ακόμη στα περίχωρα του Φορτ Σαιν Ζαν, νότια του Μόντρεαλ, είχε καταλάβει το μικρό φρούριο Σαμπλύ, στο οποίο ευρίσκοντο αποθηκευμένα τρόφιμα και πολεμοφόδια.
Μολονότι οι άνδρες του δεν υπερέβαιναν τους 2.500, ο Μοντγκόμερι αποφάσισε να συνεχίσει την πολιορκία του Φορτ Σαιν Ζαν, το οποίο και κατέλαβε στις 13 Νοεμβρίου.
Μετά την εξέλιξη αυτή, ο Βρετανός Στρατηγός Κάρλτον, φοβούμενος ότι θα αιχμαλωτιστεί, αποφάσισε να εγκαταλείψει το Μόντρεαλ και, επιβιβαζόμενος σε πλοίο, κατευθύνθηκε προς το Κεμπέκ. Έτσι και η πόλη του Μόντρεαλ κατελήφθη αμαχητί από τους επαναστάτες.
Ο Μοντγκόμερι, μετά την κατάληψη του Μόντρεαλ, άρχισε τη ναυπήγηση νέων αβαθών σκαφών, για να επιτεθεί εναντίον των Βρετανών, οι οποίοι διέθεταν 11 εξοπλισμένα σκάφη.
Η επίθεση των Αμερικανών κατά των Βρετανών εστέφθη από επιτυχία και οι επαναστάτες, αφού κατέλαβαν τις στρατιωτικές αποθήκες, προχώρησαν προς το Κεμπέκ, όπου και έφθασαν στις 5 Δεκεμβρίου 1775.
Όταν οι Αμερικανοί απαίτησαν την παράδοση της πόλεως, ο Στρατηγός Κάρλτον αρνήθηκε να συμμορφωθεί και ο Μοντγκόμερι διέταξε τους άνδρες του να βάλουν κατά του φρουρίου, το οποίο όμως έμεινε σχεδόν ανέπαφο.
Μολονότι ο χειμώνας στον Καναδά είναι πολύ βαρύς και απαγορευτικός για στρατιωτικές επιχειρήσεις, ο Μοντγκόμερι αποφάσισε να διοργανώσει τέσσερεις ταυτόχρονες επιθέσεις κατά της πόλεως, προκειμένου να κρατήσει ακμαίο το ηθικό των ανδρών του.
Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Φορτ Σαιν Ζαν, ο Συνταγματάρχης Μπένεντικτ Άρνολντ με 1.500 άνδρες, βρισκόταν στον ποταμό Κεννεμπέκ, 240 χλμ. βόρεια της Βοστώνης.
Η διαδρομή που ακολούθησε ο Άρνολντ προέβλεπε υπερνεωλκήσεις μεγάλων αποστάσεων, συχνά δε επάνω από ελώδη εδάφη. Όταν τα τρόφιμά του άρχισαν να ελαττώνονται, το 1/3 των ανδρών λιποτάκτησε χωρίς δικαιολογία. Μετά δε από πορεία έξι εβδομάδων από την Βοστώνη, η εκστρατευτική δύναμη έφθασε στις 14 Νοεμβρίου 1775 στο Πουάν Λεβύ, στη νότια όχθη του ποταμού Αγίου Λαυρεντίου, απέναντι από το Κεμπέκ.
Το ίδιο απόγευμα, ο Άρνολντ πέρασε μαζί με τους εναπομείναντες άνδρες του στην απέναντι όχθη και ενήργησε επίθεση κατά της πύλης Σαιν Λουΐ του Κεμπέκ.
Ο Άρνολντ αγνοούσε βεβαίως ότι την προηγουμένη ημέρα στο Κεμπέκ είχαν φθάσει ενισχύσεις υπό τον Συνταγματάρχη ΜακΛήν και ότι μερικά κανόνια από μια φρεγάτα είχαν μεταφερθεί στη στεριά για να ενισχύσουν την άμυνα της πόλεως.
Αποτέλεσμα της επιχειρήσεως αυτής ήταν οι μεγάλες απώλειες των Αμερικανών, οι οποίοι αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν στο Πουάν ο Τραμπλ, 32 χλμ. από το Κεμπέκ.
Ο Άρνολντ, ο οποίος δεν διέθετε πυροβολικό, σύντομα αντελήφθη ότι δίχως αυτό η κατάληψη της πόλεως ήταν αδύνατη. Έτσι επέστρεψε στο Πουάν Λεβύ, αναμένοντας την άφιξη του Στρατηγού Μοντγκόμερι από το Μόντρεαλ.
Ο τελευταίος έφθασε στο Κεμπέκ στις 2 Δεκεμβρίου, διαθέτοντας λιγότερους άνδρες, επειδή 300 άνδρες από το Κονέτικατ τον είχαν εγκαταλείψει στο Μόντρεαλ και είχαν επιστρέψει στο φρούριο Ταϊκοντερόγκα.
Η συνάντηση των δύο ομάδων έγινε έξω από το Κεμπέκ, το οποίο, με τις προσπάθειες του Βρετανού Συνταγματάρχη ΜακΛήν, είχε ενισχυθεί με 1.700 άνδρες. Έτσι οι Βρετανοί διέθεταν τώρα ισοδύναμες σε αριθμό δυνάμεις με τους Αμερικανούς.
Ο Στρατηγός Μοντγκόμερι αποφάσισε να εκτελέσει γενική επίθεση κατά της πόλεως του Κεμπέκ τη νύκτα της 31ης Δεκεμβρίου 1775. Αφού διαίρεσε τις δυνάμεις του σε δύο ίσα τμήματα, ο ίδιος επιτέθηκε από την πλευρά του ποταμού, ενώ ο Άρνολντ ενήργησε επίθεση από τον Βορρά.
Το βράδυ της 31ης Δεκεμβρίου το πυκνό χιόνι που έπεφτε κάλυπτε τις κινήσεις των Αμερικανών, οι οποίοι έφθασαν απαρατήρητοι στα τείχη της πόλεως γύρω στα μεσάνυχτα.
Οι άνδρες του Άρνολντ, χρησιμοποιώντας μακριές κλίμακες που είχαν ετοιμάσει για το σκοπό αυτόν, άρχισαν να αναρριχώνται. Πρώτα ανέβηκαν οι αξιωματικοί, μετά ακολούθησαν ορισμένοι άνδρες.
Κατά την διάρκεια των εχθροπραξιών ο Άρνολντ τραυματίστηκε στο πόδι και αντικαταστάθηκε από τον Ντάνιελ Μόργκαν.
Ο Μόργκαν στα απομνημονεύματά του αναφέρει: «Ανέλαβα την διοίκηση, παρόλο που υπήρχαν άλλοι τρεις αξιωματικοί, οι οποίοι όμως αρνήθηκαν επειδή εγώ διέθετα πείρα. Διέταξα λοιπόν να τοποθετηθούν οι κλίμακες κάθε μια από τις οποίες μεταφερόταν στις πλάτες δύο ανδρών.
Και για να εμψυχώσω τους άνδρες μου ανέβηκα πρώτος και μπήκα στο τμήμα της πόλης που εφρουρείτο από τους άνδρες του ΜακΛέοντ. Αυτοί τότε πανικοβλήθηκαν και ύστερα από μικρή αντίσταση κατέφυγαν σε ένα σπίτι που ήταν δίπλα στην πυροβολαρχία και την πλατφόρμα (ίσιωμα).
Προσγειώθηκα στην άκρη ενός μεγάλου κανονιού και από εκεί έπεσα στην πλατφόρμα (ίσιωμα). Ο Εύελπις Τσαρλς Πόρτερφηλντ ήταν ο πρώτος που με ακολούθησε.
Οι υπόλοιποι αμέσως ακολούθησαν και πήδηξαν μέσα. Διέταξα τους άνδρες μου να πυροβολήσουν κατά του σπιτιού και να χρησιμοποιήσουν και τα δόρατα που είχαν μαζί τους. Μετά από αυτό οι Βρετανοί φρουροί βγήκαν από το σπίτι στον δρόμο.
Τότε έτρεξα και τους συνάντησα στον δρόμο και τους διέταξα να πετάξουν κάτω τα όπλα τους, εάν επιθυμούσαν να μην φονευθούν. Με πίστεψαν και όλοι έριξαν κάτω τα όπλα τους.
Τότε ορμήσαμε κατά της πυροβολαρχίας και την καταλάβαμε και στη συνέχεια καταλάβαμε όλα τα εμπόδια, μέχρις ότου φθάσαμε στην πύλη, στην οποία διατάχθηκα να αναμένω τον Μοντγκόμερι. Ήταν μια κρίσιμη διαταγή, διότι με εμπόδισε να καταλάβω όλη την φρουρά, έχοντας ήδη αιχμαλωτίσει την μισή πόλη.
Η πόρτα εξόδου ήταν ανοικτή, επειδή ο φρουρός την είχε εγκαταλείψει και ο κόσμος άρχισε να τρέχει και να παραδίνεται για να αποφύγει την σύγχυση. Πήγα επάνω στο τέρμα της άνω πόλης με έναν διερμηνέα για να εξακριβώσω τί συνέβαινε, καθώς δεν ακούγοντο πλέον πυροβολισμοί.
Δεν βρήκα κανέναν που να φέρει όπλα και επέστρεψα για να συγκαλέσω πολεμικό συμβούλιο με τους αξιωματικούς που είχα στην διάθεσή μου, διότι οι περισσότεροι είχαν χαθεί και δεν είχαν εισέλθει στην πόλη».
Έτσι ο Μόργκαν, θυσιάζοντας την γνώμη του που ήταν σωστή, έχασε την ευκαιρία να καταλάβει την πόλη, αφού ο Στρατηγός Μοντγκόμερι δεν έφθασε ποτέ στο σημείο συνάντησης.
Η μαρτυρία του Άμπνερ Στόκινγκ είναι πολύ διαφωτιστική για το τί συνέβη στον Μοντγκόμερι: «Ο Μοντγκόμερι που ήταν εμπρός βοήθησε με τα δικά του χέρια να βγουν οι πάσσαλοι για να δημιουργηθεί ένα πέρασμα.
Επειδή η δυσκολία της διαδρομής είχε επεκτείνει την γραμμή του, αναγκάστηκε να περιμένει, ώστε να ανασυνταχθούν οι άνδρες του για να προχωρήσουν εμπρός. Όταν συγκέντρωσε περίπου 200 άνδρες, τους ενθάρρυνε με το παράδειγμα και την φωνή του και αμέσως προχώρησε γρήγορα με θάρρος επικεφαλής τους.
Τότε ένας ή δύο άνδρες της βρετανικής φρουράς επέστρεψαν στην πυροβολαρχία και έβαλαν εναντίον των Αμερικανών που ευρίσκοντο σε απόσταση 40 βημάτων. Αυτή η μοναδική βολή ήταν μοιραία για τον Μοντγκόμερι, τους Λοχαγούς Μακ Φίρσον και Τζίζμαν, έναν λοχία και έναν στρατιώτη, οι οποίοι σκοτώθηκαν επί τόπου».
Ο Συνταγματάρχης Κάμπελ που αντικατέστησε τον Μοντγκόμερι οπισθοχώρησε αμέσως, δίχως να προσπαθήσει να εκτελέσει το σχέδιο του αρχηγού του.
Έτσι, ο Μόργκαν, έχοντας απομονωθεί σε ένα στενό δρομάκι, μετά από μια άνιση μάχη αναγκάστηκε να παραδοθεί.
Κατά την άποψη του Βρετανού Ταγματάρχη Χένρυ Κάλντγουελ η κατάσταση είχε ως εξής: «Εάν οι Αμερικανοί είχαν ενεργήσει με περισσότερη ευψυχία, θα μπορούσαν να επιβληθούν και να καταλάβουν ολόκληρη την κάτω πόλη και να εισαγάγουν τους συντρόφους τους που ευρίσκοντο έξω, πριν οι Βρετανοί συνέλθουν από τον πανικό, που τους είχε καταλάβει, όταν έγινε γνωστό ότι η φρουρά των Βρετανών είχε αιφνιδιαστεί».
Μετά τη νίκη του αυτή, ο Στρατηγός Κάρλτον δεν κυνήγησε τους ηττημένους Αμερικανούς. Φέρθηκε με ευγένεια στους αιχμαλώτους, με την ελπίδα ότι θα τους επανέφερε πίσω στο βρετανικό Στέμμα.
Κατά την περιγραφή των αιχμαλώτων ο Ταγματάρχης Κάλντγουελ ανέφερε με κακία τα εξής: «Δεν έχεις ιδέα τι είδους άνθρωποι ήταν οι αξιωματικοί τους. Από αυτούς που πιάσαμε, ένας ταγματάρχης ήταν σιδεράς, ένας άλλος καπελάς.
Ανάμεσα στους λοχαγούς τους, υπήρχε ένας χασάπης, ένας βυρσοδέψης, ένας τσαγκάρης και ένας ταβερνιάρης.
Ωστόσο, όλοι προσποιούντο ότι ήταν κύριοι».
Όταν ο Κάρλτον ενισχύθηκε περαιτέρω με 900 άνδρες, οι οποίοι έφθασαν από την Αγγλία, οι άποικοι οπισθοχώρησαν, εγκατέλειψαν τον Καναδά και αφού εκκένωσαν το Μόντρεαλ, επέστρεψαν στο φρούριο Ταϊκοντερόγκα.
Στα υψώματα Ντόρτσεστερ
Τον Ιανουάριο του 1776 έφθασε στο αμερικανικό στρατόπεδο που βρισκόταν έξω από την Βοστώνη ο Χένρυ Νοξ, συνοδεύοντας 53 κανόνια που είχαν καταληφθεί στο φρούριο Ταϊκοντερόγκα.
Η μεταφορά των κανονιών επιτεύχθηκε μετά από επίπονες προσπάθειες.
Αρχικά, μεταφέρθηκαν επάνω σε φορτηγίδες, διασχίζοντας την λίμνη Τζωρτζ. Η μεταφορά συνεχίστηκε με έλκηθρα επάνω στα οποία τα είχαν τοποθετήσει, ώστε να μεταφερθούν διά μέσου των χιονισμένων βουνών. Τελικά σύρθηκαν μέχρι την Βοστώνη με 80 ζεύγη βοδιών.
Όταν τα βαρέα πυροβόλα έφθασαν στο στρατόπεδο, οι Αμερικανοί απέκτησαν την δυνατότητα να βάλουν κατά των οχυρωμένων στην Βοστώνη Βρετανών.
Ωστόσο, ο βομβαρδισμός της πόλεως μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο με την κατάληψη των υψωμάτων Ντόρτσεστερ, στα νότια της πόλεως, τα οποία είχαν παραμείνει ανοχύρωτα από τους Βρετανούς.
Σύμφωνα με τον Στρατηγό Ηθ, οι επιχειρήσεις στις οποίες έλαβε μέρος και ο ίδιος εξελίχθηκαν ως εξής: «4 Μαρτίου 1776. Υπήρχε μια συνεχής βοή από κανονιοβολισμούς και όλμους που συνεχίστηκε ολόκληρη την νύκτα και από τις δύο πλευρές.
Οι Αμερικάνοι κατέλαβαν τα υψώματα Ντόρτσεστερ την νύκτα και διεκπεραίωσαν σχεδόν όλα τα έργα τους το πρωί.
Ίσως ποτέ δεν ξανάγινε τόση πολύ δουλειά σε τόσο μικρό διάστημα.
Οι γειτονικοί κήποι καταστράφηκαν για να διαμορφωθούν οι οχυρώσεις. Επίσης προστέθηκε ένα παράξενο και νέο αμυντικό έργο.
Τα υψώματα, στα οποία έγιναν τα έργα, ήταν απότομα και δεν υπήρχαν δένδρα και θάμνοι. Σειρές από βαρέλια γεμισμένα με χώμα τοποθετήθηκαν στην περίμετρο των έργων.
Εξωτερικά, έμοιαζαν με ενισχύσεις, στην πραγματικότητα όμως είχαν τοποθετηθεί για να σπρωχθούν προς τα κάτω, σε περίπτωση που ο εχθρός αποφάσιζε να επιτεθεί.
Θα κατέβαιναν δε την πλαγιά με τέτοια ταχύτητα που θα αναστάτωναν τους επιτιθέμενους, ενώ θα σκότωναν και θα τραυμάτιζαν πολλούς».
Στα υψώματα Ντόρτσεστερ οι Αμερικανοί τοποθέτησαν 20 πυροβόλα και μετέφεραν αρκετή ποσότητα πυρομαχικών, η δε φρουρά που εγκαταστάθηκε εκεί ήταν πολυάριθμη και καλά οπλισμένη.
Οι άνδρες ανέμεναν με ανυπομονησία την επίθεση των Βρετανών για να εκδικηθούν την ήττα στο Μπάνκερ Χιλ.
Ο Ουάσιγκτον επισκέφθηκε τα υψώματα και επιθεώρησε λεπτομερώς την θέση, επίσης εξέτασε τα μέτρα που είχαν ληφθεί για την άμυνα.
Η κακοκαιρία, που ενέσκηψε μετά την κατάληψη των υψωμάτων, εμπόδισε τους Βρετανούς να αποβιβάσουν δυνάμεις πλησίον των αμερικανικών θέσεων.
Στο μεταξύ όμως, οι Βρετανοί αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την Βοστώνη και άρχισαν να μεταφέρουν τα κανόνια, τους όλμους, τα βλήματα και τα πυρομαχικά σε φορτηγά πλοία. Συγχρόνως άρχισαν να προετοιμάζονται για αναχώρηση και οι κάτοικοι που ήταν πιστοί στο Στέμμα.
Όταν όλα ετοιμάστηκαν, ο Βρετανός Στρατηγός Σερ Ουΐλιαμ Χάου μαζί με τους άνδρες του και 1.100 Τόρις (βασιλόφρονες), απέπλευσαν από την Βοστώνη με προορισμό το λιμάνι Χάλιφαξ της Νέας Σκωτίας.
Όταν οι Αμερικανοί μπήκαν στην Βοστώνη, έγιναν δεκτοί με μεγάλη χαρά από τους αποίκους, οι οποίοι είχαν ενστερνιστεί τα ιδεώδη της επανάστασης.
Η εκκένωση της Βοστώνης από τους Βρετανούς, είχε ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση των αποικιών από τους Βρετανούς στρατιώτες.
Ο Ουάσιγκτον τώρα έπρεπε να εκτιμήσει την κατάσταση και να υποθέσει σε ποιό σημείο της Αμερικανικής Ηπείρου θα κτυπούσαν ξανά οι Βρετανοί.
Έτσι, πιστεύοντας ότι ο Στρατηγός Χάου θα πήγαινε προς την Νέα Υόρκη, αποφάσισε να κινηθεί προς τα εκεί.
Σχετικά δε ανέφερε τα παρακάτω: «Η Νέα Υόρκη, αποτελεί αντικειμενικό σκοπό άξιο της προσοχής τους. Και είναι το μέρος στο οποίο πρέπει να συγκεντρώσουμε τις προσπάθειές μας για να το κρατήσουμε μακριά από αυτούς».
Με το σκεπτικό αυτό ο Ουάσιγκτον, επικεφαλής των αμερικανικών δυνάμεων, πορεύτηκε προς την Νέα Υόρκη για να συνεχίσει τον μεγάλο αγώνα της ανεξαρτησίας των Αμερικανών.