Στις 29 Σεπτεμβρίου 1938, τέσσερις ηγέτες συναντήθηκαν στο Μόναχο για να αποφασίσουν αν η Ευρώπη θα οδηγούνταν σε πόλεμο. Στο τραπέζι κάθισαν ο Αδόλφος Χίτλερ, ο Μπενίτο Μουσολίνι, ο Βρετανός πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλεν και ο Γάλλος πρωθυπουργός Εντουάρ Νταλαντιέ.

Το θέμα ήταν το μέλλον της Τσεχοσλοβακίας. Εκπρόσωπός της, όμως, δεν είχε θέση στις διαπραγματεύσεις. Μέχρι το ξημέρωμα της 30ής Σεπτεμβρίου, οι τέσσερις θα είχαν καταλήξει σε μια συμφωνία που παρουσιάστηκε ως νίκη της ειρήνης. Για την Τσεχοσλοβακία σήμαινε την απώλεια εδάφους και ζωτικών αμυντικών θέσεων.

Η περιοχή που διεκδικούσε ο Χίτλερ ήταν η Σουδητία, στα σύνορα της Τσεχοσλοβακίας με τη Γερμανία. Εκεί ζούσε μεγάλος γερμανόφωνος πληθυσμός, γεγονός που το ναζιστικό καθεστώς χρησιμοποίησε για να απαιτήσει την προσάρτησή της. Η αξία της περιοχής, ωστόσο, δεν περιοριζόταν στον πληθυσμό ή στον χάρτη.

Στη Σουδητία βρίσκονταν σημαντικές οχυρώσεις της Τσεχοσλοβακίας. Η παραχώρησή της θα άφηνε τη χώρα πολύ πιο εκτεθειμένη απέναντι σε μια επόμενη γερμανική επίθεση.

Το 1938 η Ευρώπη παρακολουθούσε τη γερμανική επέκταση με αυξανόμενη ανησυχία. Τον Μάρτιο η ναζιστική Γερμανία είχε προσαρτήσει την Αυστρία. Λίγους μήνες αργότερα, ο Χίτλερ έστρεψε την πίεσή του προς την Τσεχοσλοβακία και απείλησε με πόλεμο εάν δεν ικανοποιούνταν οι απαιτήσεις του για τη Σουδητία.

Η Βρετανία και η Γαλλία ήθελαν να αποτρέψουν μια νέα ευρωπαϊκή σύγκρουση. Ο Τσάμπερλεν είχε ήδη συναντήσει τον Χίτλερ δύο φορές μέσα στον Σεπτέμβριο, αναζητώντας έναν συμβιβασμό. Στο Μόναχο, η προσπάθεια αυτή έφτασε στην καθοριστική της στιγμή.

Η συνάντηση της 29ης Σεπτεμβρίου έγινε κάτω από την πίεση του χρόνου και της απειλής πολέμου. Οι ηγέτες της Βρετανίας και της Γαλλίας θεωρούσαν ότι η παραχώρηση της Σουδητίας μπορούσε να σταματήσει τον Χίτλερ και να διασώσει την ειρήνη.

Η Γερμανία, από την πλευρά της, θα αποκτούσε μια περιοχή που ζητούσε με όλο και πιο επιθετικό τρόπο. Όσο οι τέσσερις συζητούσαν τους όρους, οι άνθρωποι που θα έχαναν τα σπίτια τους και η κυβέρνηση που θα έχανε την κυριαρχία της περίμεναν την απόφαση άλλων. Η απουσία της Τσεχοσλοβακίας από την αίθουσα είναι ίσως η πιο αποκαλυπτική εικόνα εκείνης της νύχτας.

Η συμφωνία που προέκυψε προέβλεπε τη σταδιακή αποχώρηση των τσεχοσλοβακικών αρχών από τη Σουδητία και την κατάληψη της περιοχής από γερμανικά στρατεύματα. Η διαδικασία θα άρχιζε την 1η Οκτωβρίου και θα ολοκληρωνόταν έως τις 10 Οκτωβρίου. Μαζί με την περιοχή, η Τσεχοσλοβακία έχανε και τις συνοριακές της οχυρώσεις.

Δεν επρόκειτο, λοιπόν, για μια απλή μετατόπιση συνόρων. Μια χώρα υποχρεωνόταν να παραδώσει μέρος της άμυνάς της, με όρους που είχαν συμφωνηθεί χωρίς τη συμμετοχή της.

Στη Βρετανία, η συμφωνία υποδέχθηκε από πολλούς με ανακούφιση. Ο φόβος ενός νέου πολέμου ήταν πραγματικός και η δυνατότητα να αποφευχθεί έμοιαζε εκείνη τη στιγμή πολύτιμη. Αυτή η ανακούφιση εξηγεί γιατί το Μόναχο δεν αντιμετωπίστηκε αμέσως από όλους ως αποτυχία.

Οι ηγέτες που υπέγραψαν πίστευαν, ή ήλπιζαν, ότι ο Χίτλερ θα περιοριζόταν στη Σουδητία. Η μεταγενέστερη καταστροφή δεν πρέπει να κρύβει το δίλημμα που έβλεπαν τότε μπροστά τους. Δεν αλλάζει, όμως, αυτό που πράγματι συνέβη: η απειλή χρήσης βίας ανταμείφθηκε με εδαφικό κέρδος.

Η εξέλιξη των επόμενων μηνών διέλυσε την ελπίδα ότι το ζήτημα είχε λήξει. Τον Μάρτιο του 1939, η ναζιστική Γερμανία κατέλαβε τα τσεχικά εδάφη και εγκαθίδρυσε εκεί προτεκτοράτο, ενώ η Σλοβακία ανακηρύχθηκε χωριστό κράτος με φιλογερμανικό καθεστώς.

Ο Χίτλερ είχε πλέον προχωρήσει πολύ πέρα από τη Σουδητία. Η συμφωνία του Μονάχου δεν είχε εξασφαλίσει διαρκή ειρήνη ούτε είχε προστατεύσει την Τσεχοσλοβακία. Αργότερα, την ίδια χρονιά, η γερμανική εισβολή στην Πολωνία θα οδηγούσε στην έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη.

Η ιστορία του Μονάχου συχνά συνοψίζεται στη λέξη «κατευνασμός». Η λέξη περιγράφει την πολιτική των παραχωρήσεων προς τον Χίτλερ με την προσδοκία ότι έτσι θα αποφευγόταν ο πόλεμος. Από μόνη της, όμως, δεν αποδίδει ολόκληρο το ανθρώπινο βάρος της απόφασης.

Για τους κατοίκους της Τσεχοσλοβακίας, η συμφωνία δεν ήταν μια θεωρητική συζήτηση για τη διπλωματία. Σήμαινε αλλαγή συνόρων μέσα σε λίγες ημέρες, εγκατάλειψη θέσεων άμυνας και αβεβαιότητα για το τι θα ακολουθούσε. Οι μεγάλες δυνάμεις είχαν πετύχει μια προσωρινή διευθέτηση της κρίσης· το κόστος της το επωμίστηκε πρωτίστως η χώρα που δεν βρισκόταν στο τραπέζι.

Ογδόντα οκτώ χρόνια αργότερα, η νύχτα της 29ης προς την 30ή Σεπτεμβρίου 1938 παραμένει μία από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές της ευρωπαϊκής ιστορίας πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Όχι επειδή κανείς τότε δεν φοβόταν τον πόλεμο, αλλά επειδή η προσπάθεια να αποφευχθεί στηρίχθηκε στην παραχώρηση εδάφους ενός άλλου κράτους υπό την πίεση μιας απειλής.

Στο Μόναχο οι υπογραφές μπήκαν, τα πλήθη ανάσαναν και οι ηγέτες επέστρεψαν στις πρωτεύουσές τους.

Η Τσεχοσλοβακία, όμως, επέστρεψε από εκείνη τη νύχτα μικρότερη και πιο ευάλωτη.

Αυτή είναι η εικόνα που έμεινε πίσω από τη συμφωνία που υποτίθεται ότι θα έφερνε την ειρήνη.