Η Νέμεσις ήταν θεότητα και συγχρόνως η προσωποποίηση της «θείας δίκης». Ήταν κόρη της Νύκτας και επειδή κάποτε την είχε ερωτευτεί ο Δίας εκείνη μεταμορφωνόταν συνεχώς, για να τον αποφύγει.

Ως θεότητα απέδιδε στον καθένα την ευτυχία ή τη δυστυχία που αντιστοιχούσε στην αξία του. Ο ρόλος της ήταν συγγενικός με εκείνον των Μοιρών, αλλά και με τις Ερινύες. Ωστόσο, εκείνη δεν τιμωρούσε μόνο τα έγκλημα, αλλά και κάθε υπερβολή ή αλαζονεία. Προσπαθούσε, γενικά, να φέρει ισορροπία ανάμεσα στην τύχη των ανθρώπων.

Το 1813 οι αρχαιολόγοι του βρετανικού συλλόγου Ντιλετάντι έκαναν ανασκαφές στο βορειοανατολικό άκρο της Αττικής, δίπλα από τον Ευβοϊκό κόλπο. Σε έναν λόφο ύψους 30 μέτρων ανακάλυψαν ένα ιερό, ένα φρούριο και πολλούς ταφικούς περιβόλους. Ήταν τα ερείπια του αρχαίου δήμου του Ραμνούντος, ο οποίος ανήκε στην Αιαντίδα φυλή.

Ο Ραμνούντας πήρε το όνομά του από το θάμνο που φυτρώνει μέχρι σήμερα στην περιοχή. Και φυσικά μιλάμε για την περιοχή του Μαραθώνα. Είχε εκπροσώπηση από βουλευτές στην αρχαία βουλή και ήταν ξακουστός σε όλη την Ελλάδα για τη λατρεία της θεάς Νέμεσις. Ο αρχαιολογικός χώρος βρίσκεται κοντά στη θάλασσα, ανάμεσα σε δύο όρμους.

Οι κάτοικοι της περιοχής λάτρευαν τη Νέμεσι κι έχτισαν ιερό προς τιμήν της, το οποίο ήταν το σημαντικότερο της αρχαιότητας. Το ιερό ιδρύθηκε στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. και ήκμασε τους επόμενους αιώνες. Στο σηκό του ναού δέσποζε το άγαλμα της Νέμεσις, το οποίο είχε ύψος τεσσάρων μέτρων και φιλοτεχνήθηκε από το Φειδία.

Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, το ιερό της Νέμεσις του Ραμνούντα σχετίζεται με τη νίκη των Αθηναίων στη Μάχη του Μαραθώνα, που βρίσκεται πολύ κοντά. Ο ναός κατασκευάστηκε γύρω στο 430 π.Χ. Δίπλα του ήταν ένας ακόμα ναός της Νέμεσις κι άλλος ένας της Θέμιδας. Η Νέμεσις ονομαζόταν και Ραμνουσία, εξαιτίας του αγάλματος και του ναού της στο Ραμνούντα.

Σήμερα στην περιοχή σώζεται το φρούριο με το τείχος, το οποίο περιβάλλει τον οικισμό, μικρά ιερά, το θέατρο και το γυμνάσιο της πόλης…