
Άδοξο τέλος είχε η περίφημη κατάσκοπος Κριστίν Γκράνβιλ, την οποία μαχαίρωσε μέχρι θανάτου ένας πρώην παθιασμένος εραστής της.
Ήταν ένα ζεστό απόγευμα του Ιουνίου το 1952, όταν η Κριστίν Γκράνβιλ επέστρεφε σε ένα ρημαγμένο ξενοδοχείο στο Δυτικό Λονδίνο μετά από δείπνο με φίλους, όταν ένας άντρας έτρεξε με φόρα στο λόμπι πίσω της.
Ήταν ο Dennis Muldowney, ένας παθιασμένος πρώην εραστής, που απαιτούσε την επιστροφή των ερωτικών γραμμάτων του. Η 44χρονη τότε Κριστίν, της οποίας η γοητεία και η ομορφιά φαινόταν εκτός τόπου σε μια τόσο σκοτεινή διεύθυνση, ήταν περιφρονητική. Χλεύασε τον ναυτικό, τον οποίο αποκαλούσε «κουτσό σκυλί» και είπε ότι είχε καταστρέψει όλα τα ερωτικά του γράμματα, καίγοντας κάθε ένα από αυτά.
Τότε αυτός ξαφνικά, έβγαλε ένα μαχαίρι και το έμπηξε βαθιά στο στήθος της με μια δυνατή κίνηση. Η Κριστίν πέθανε από σοκ και αιμορραγία μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Ο δράστης, δεν προσπάθησε να δραπετεύσει, αλλά έμεινα δίπλα στο πτώμα της, έως ότου έφτασε η αστυνομία και ζήτησε να εκτελεστεί. Τρεις μήνες αργότερα, αυτό έγινε πραγματικότητα, όταν απαγχονίστηκε για τη δολοφονία της θρυλικής κατασκόπου, στη φυλακή του Pentonville. Τα τελευταία λόγια του ήταν: «Το να σκοτώνεις είναι η τελευταία κατοχή».
Για ένα τέτοιο έγκλημα πάθους μπορεί να μην είχε γίνει ιδιαίτερη αναφορά, αλλά η πραγματική ταυτότητα της εντυπωσιακής, μελαχρινής γυναίκας της οποίας η ζωή τελείωσε τόσο βάναυσα, έκανε την υπόθεση να διαφέρει.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου, η Γκράνβιλ, είχε υπηρετήσει ως μυστικός πράκτορας, και διερευνήθηκε ακόμη και αν ο θάνατός της θα μπορούσε να ήταν έργο εκδικητικών πρώην Ναζί ή κομμουνιστών, αλλά δεν βρέθηκε ποτέ κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Η πραγματική Βέσπερ Λιντ, που έκανε τον Τζέιμς Μποντ να φαίνεται βαρετός, η Κριστίν Γκράνβιλ, φορούσε ένα μαχαίρι επτά ιντσών στο μηρό της, προτιμούσε τις χειροβομβίδες από τα όπλα και μπορούσε να αποπλανήσει με μια ματιά.
«Με ένα πιστόλι μπορείς να υπερασπιστείς τον εαυτό σου, ενάντια σε ένα άτομο το πολύ. Με μια χειροβομβίδα, μπορείς εναντίον πέντε, ίσως δέκα», εξήγησε κάποτε.
Η εντυπωσιακή κατάσκοπος, είχε επίσης μια κάψουλα με υδροκυάνιο, ραμμένη στα στριφώματα των φούστων της φούστας, μια ζώνη χρημάτων γεμάτη με χρυσά νομίσματα και έναν χάρτη τυπωμένο σε μετάξι και όχι σε χαρτί, ώστε να μην κάνει θόρυβο αν την έψαχνε κάποιος.
Όμως, το πιο καταστροφικό όπλο της ήταν η ικανότητα να γοητεύει τους άντρες. Μάλιστα, ένας θαυμαστής της, την είχε παρομοιάσει με έναν «φακό αναζήτησης που θα μπορούσε να τυφλώσει κάποιον στην ακτίνα του».
Κι αυτό, της φάνηκε σίγουρα χρήσιμο την ημέρα που βρέθηκε σε σιδηροδρομικό σταθμό στην κατεχόμενη Πολωνία, καθισμένη απέναντι από έναν αξιωματικό της Γκεστάπο, όταν στρατεύματα έφτασαν στο τρένο, ψάχνοντας επιβάτες και τα υπάρχοντά τους.
Είχε ένα δέμα, το οποίο είπε στον άνδρα της Γκεστάπο ότι περιείχε τσάι από τη μαύρη αγορά. Μαγεύοντας τον με τα σκοτεινά εκφραστικά μάτια της, τον ρώτησε αν θα μπορούσε να κρατήσει το πακέτο μέχρι να περάσει ο κίνδυνος.
Το δέμα περιείχε κάτι πολύ πιο σημαντικό και ενοχοποιητικό από το τσάι: βρετανικά φυλλάδια προπαγάνδας που είχαν σχεδιαστεί για να ενισχύσουν την πολωνική αντίσταση και η ανακάλυψή τους θα την οδηγούσε στην εκτέλεσή της, ως κατάσκοπος.
Αλλά όπως και πολλοί άντρες πριν και μετά από αυτόν, ο ανυποψίαστος Ναζί, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην Κριστίν. Λίγες ώρες αργότερα, χωρίστηκαν στο σταθμό της Βαρσοβίας, με το «τσάι» να γυρνά πίσω με ασφάλεια στα χέρια της.
Γεννημένη το 1908, κόρη ενός έκλυτου Πολωνού αριστοκράτη, η Σκάρμπεκ μπορούσε να ιππεύσει, να πυροβολήσει και να μιλήσει πολλές γλώσσες, ενώ είχε μάθει πολλές διαδρομές για λαθρεμπόριο.
Στα 14 της, εκδιώχθηκε από το γυναικείο μοναστήρι όπου πήγαινε σχολείο, επειδή έβαλε φωτιά στο ράσο ενός ιερέα, την ώρα της Θείας Λειτουργίας. Μεγαλώνοντας, άρχισε να γοητεύει τους άνδρες, με αυτό που ένας θαυμαστής χαρακτήρισε ως «ζωτικότητα της», ενώ πέρασε πολύ χρόνο ως νεαρή γυναίκα στο μοντέρνο χιονοδρομικό κέντρο του Ζακοπάνε.
Εκεί το 1931 η 23χρονη Κριστίνα στέφθηκε «Μις Σκι» σε έναν περιφερειακό διαγωνισμό ομορφιάς. Η εμφάνισή της, την οδήγησε στο να βγει επιλαχούσα του τίτλου Μις Πολωνία.
Αλλά δεν ήταν απλά μια «άδεια», όμορφη κοπέλα. Η ιδέα της ήταν να κάνει σκι προς την Τσεχοσλοβακία και να παρακάμψει τις συνοριακές περιπολίες για να περάσει λαθραία τσιγάρα στο Ζακοπάνε της Πολωνίας.
Ήταν ήδη με τον δεύτερο σύζυγό της, έναν Πολωνό, όταν ξέσπασε o πόλεμος το 1939, και δραπέτευσε στη Βρετανία, όπου εμφανίστηκε στα μυστικά κεντρικά γραφεία της MI6 και προσφέρθηκε εθελοντικά να γίνεις η πρώτη γυναίκα κατάσκοπος της.
Αρχικά, η βρετανική υπηρεσία πληροφοριών ήταν σκεπτική, επειδή η Κριστίν ήταν ξένη, μισή Εβραία, και πίστευαν ότι ήταν πολύ επιδεικτική για να δουλέψει ως μυστική πράκτορας. Σύμφωνα με τον Βρετανό πρεσβευτής στην Ουγγαρία είχε «παθολογική αγάπη για τον κίνδυνο», αλλά τελικά προσλήφθηκε και την έστειλαν πίσω στην πατρίδα της Πολωνία για να κάνει προπαγάνδα και να συλλέξει πληροφορίες.
Όταν η Κριστίν – το όνομα που είχε υιοθετήσει στην Αγγλία – έφτασε στην Πολωνία τον Φεβρουάριο του 1940, όχι μόνο υπήρξε ένας πόλεμος, αλλά ήταν ο χειρότερος χειμώνας μέχρι τότε, με θερμοκρασίες που έφταναν τους -30 στα βουνά. Τα πουλιά πάγωναν στα κλαδιά στα οποία κοιμούνταν.
Τίποτα από αυτά δεν αποθάρρυνε την Κριστίν, η οποία σε μια μεταγενέστερη αποστολή επέστρεψε πληροφορίες μέσω μικροφίλμ, ότι η Γερμανία είχε σχέδια να εισβάλει στη Σοβιετική Ένωση.
Ήταν όταν συνελήφθη από τη Γκεστάπο στη Βουδαπέστη που έκανε ένα από τα μεγαλύτερα κόλπα της, το οποίο θυμίζει σενάριο ταινίας. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, δάγκωσε τη γλώσσα της τόσο σκληρά που αιμορραγούσε και άρχισε να βήχει για να δώσει την εντύπωση ότι έβγαζε αίμα.
Τρομοκρατημένη ότι μπορεί να πάσχει από φυματίωση, οι απαγωγείς της απελευθέρωσαν τόσο την ίδια όσο και τον τότε εραστή της, Andrzej Kowerski, έναν Πολωνό ήρωα πεζικού, ο οποίος επίσης θεωρήθηκε μεταδοτικός. Ανίκανη να συνεχίσει να λειτουργεί στη Βουδαπέστη, η Κριστίν διέφυγε στη Ρουμανία, κρυμμένη σε ένα πορτ-μπαγκάζ αυτοκινήτου.
Από εκεί έφτασε στο Κάιρο, κάνοντας δουλειά γραφείου, ενώ οι Επιχειρήσεις Ειδικών Αποστολών (SOE) εξέτασαν αν ήταν διπλή πράκτορας (που δεν ήταν) μετά την προφανώς «εύκολη» απόδραση. Επανενεργοποιήθηκε και στάλθηκε στη Γαλλία τον Ιούλιο του 1944 με αλεξίπτωτο, με αποστολή να πείσει τους Πολωνούς που εργάζονται για τους Γερμανούς στις Άλπεις να πάρουν τα όπλα εναντίον τους.
Η αποστολή της περιελάμβανε αναρρίχηση 1.500 πόδια σε μια αλπική φρουρά επανδρωμένη από Πολωνούς Ναζί. Και το κατάφερε, «σπάζοντας» τα γερμανικά σχέδια για επίθεση στις συμμαχικές δυνάμεις.
Επίσης, στη Γαλλία έκανε τις πιο συναρπαστικές επιχειρήσεις της, όταν πήγαινε στη φυλακή όπου επρόκειτο να εκτελεστούν αρκετοί υψηλόβαθμοι Γάλλοι ηγέτες της Αντίστασης.
Με εκπληκτικό θράσος, έπεισε την τοπική Γκεστάπο ότι ήταν η βαφτιστήρα του Βρετανού διοικητή του στρατού, Μπερνάρντ Μοντγκόμερι, και ότι θα τους περίμενε μια τρομερή μοίρα μετά τη νίκη των Συμμάχων, εάν οι άντρες δεν απελευθερώνονταν. Αυτό το κόλπο, μαζί με μια σημαντική δωροδοκία, λειτούργησε και οι άντρες απελευθερώθηκαν.
Όπως είναι γνωστό, η Κριστίν είχε ένα ακόμη εξαιρετικό τέχνασμα – την ικανότητα να γυρίζει το κεφάλι ενός άνδρα, κάτι που μπορεί να εξηγήσει γιατί ο Φλέμινγκ δημιούργησε την εντυπωσιακή μυστική πράκτορα, τη σκοτεινά ελκυστική Βέσπερ (την οποία έπαιξε η Εύα Γκριν στην ταινία του Μποντ του 2006).