Αρχαιολόγοι στην Αίγυπτο έφεραν στο φως ένα εντυπωσιακό σύνολο ευρημάτων που ρίχνει νέο φως στη βυζαντινή και ελληνορωμαϊκή παρουσία στη χώρα, αποκαλύπτοντας δύο σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους με οικιστικά, θρησκευτικά και ταφικά στοιχεία.

Στη δυτική έρημο, στην όαση Ντάχλα, εντοπίστηκαν τα κατάλοιπα μιας οργανωμένης πόλης του 4ου αιώνα μ.Χ., με δρόμους, κατοικίες και δημόσιους χώρους, καθώς και μια μεγάλη βασιλική εκκλησία που δεσπόζει στο κέντρο του οικισμού.

Παράλληλα, βρέθηκαν νομίσματα, κεραμικά θραύσματα, εργαλεία και απομεινάρια καθημερινής ζωής, στοιχεία που σκιαγραφούν με ακρίβεια την κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα της εποχής.

Οι αρχαιολόγοι κάνουν λόγο για μια ιδιαίτερα οργανωμένη πολεοδομική δομή, με δρόμους σε κάθετους άξονες και ανοιχτές πλατείες, ενώ εντοπίστηκαν και οχυρωματικά έργα, όπως παρατηρητήρια και ενισχυμένα κτίρια για την προστασία του οικισμού.

Σύμφωνα με το αιγυπτιακό υπουργείο Τουρισμού και Αρχαιοτήτων, μεταξύ των σημαντικότερων ευρημάτων συγκαταλέγεται η λεγόμενη «οικία του Τισούς», διακόνου της Εκκλησίας, που φαίνεται πως χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως χώρος λατρείας πριν την ανέγερση της μεγάλης βασιλικής.

Σε δεύτερο σημείο, στην περιοχή Μαρίνα ελ-Αλαμέιν κοντά στην Αλεξάνδρεια, οι ανασκαφές αποκάλυψαν 18 νέους τάφους, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό σε 48.

Οι ταφές περιλαμβάνουν λαξευμένους υπόγειους τάφους αλλά και κατασκευές από ασβεστόλιθο, ενώ εντοπίστηκαν αγγεία, λυχνάρια, αμφορείς και άλλα κτερίσματα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εύρεση γρανιτένιας σαρκοφάγου μήκους 2,5 μέτρων με ανθρώπινα οστά, καθώς και τα ίχνη ενός μικρού αγάλματος σφίγγας από γύψο.

Σε ορισμένες ταφές εντοπίστηκαν επίσης χρυσά ελάσματα τοποθετημένα στο στόμα των νεκρών, μια σπάνια πρακτική της ύστερης αρχαιότητας.

Τα ευρήματα ενισχύουν την άποψη ότι η περιοχή αντιστοιχεί στην αρχαία ελληνορωμαϊκή πόλη Λευκάσπιδα, η οποία γνώρισε ακμή από τον 2ο έως τον 4ο αιώνα μ.Χ. και αποτελεί σήμερα έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της βόρειας Αιγύπτου.