Η ανάγκη αντιμετώπισης υπέρτερων αντιπάλων ήταν η γενεσιουργός αιτία της ανάπτυξης «ειδικών» όπλων, ήδη από τότε που γεννήθηκε ο πολιτισμός στην πατρίδα μας, περί την 9η χιλιετία π.Χ. Οι σχεδόν πάντα αριθμητικά μειονεκτούντες Έλληνες δεν είχαν άλλη επιλογή από το να αναπτύξουν ειδικές δυνατότητες, οι οποίες θα τους επέτρεπαν να αντιμετωπίσουν επί ίσοις όροις τους πολυπληθείς αντιπάλους τους.

Δυστυχώς, η υψηλή τεχνολογία χρησιμοποιήθηκε όμως και στους αδελφοκτόνους πολέμους, μεταξύ των Ελλήνων, αν και όχι στην ίδια έκταση που χρησιμοποιήθηκε κατά των διάφορων αλλόφυλων αντιπάλων, είτε αυτοί λέγονταν «Άριοι» είτε Πέρσες είτε Ρωμαίοι είτε όπως αλλιώς.

Στο παρόν άρθρο θα επιχειρήσουμε να ανιχνεύσουμε την κρυμμένη γνώση των αρχαίων Ελλήνων στον τομέα της πολεμικής τεχνολογίας, με οδηγό τη λογική, και οπωσδήποτε αποφεύγοντας τις υπερβολές.

Δηλητηριασμένα ύδατα

Το νερό αποτελεί ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά για τη διατήρηση της ζωής στον πλανήτη. Την αλήθεια αυτή γνώριζαν και οι αρχαίοι λαοί και πολλές φορές προσπάθησαν να στερήσουν το πολύτιμο αγαθό από τους αντιπάλους τους ή, ακόμα χειρότερα, να το χρησιμοποιήσουν ως όπλο κατά των αντιπάλων τους! Το σκεπτικό ήταν απλό. Σε κάθε περίπτωση είτε τα στρατεύματα των επιτιθεμένων είτε το σύνολο του πληθυσμού μιας πολιορκημένης για παράδειγμα πόλης, χρειαζόταν νερό. Αν το νερό αυτό καθίστατο μη πόσιμο, τότε και στις δύο περιπτώσεις προέκυπτε σοβαρό πρόβλημα.

Υπήρχαν πολλοί τρόποι μόλυνσης του νερού. Ο πλέον συνήθης ήταν τα δηλητηριώδη φυτά και μανιτάρια. Άλλος τρόπος ήταν η ρίψη νεκρών ζώων εντός των πηγαδιών. Η τελευταία μέθοδος ήταν ακατάλληλη για τη δηλητηρίαση τρεχούμενων νερών, αλλά ήταν εξαιρετικά αποτελεσματική για πηγάδια, στέρνες κ.λπ. Όσον αφορά τα δηλητηριώδη φυτά, πολλές φορές τα έβραζαν και έριχναν το ζωμό αυτό στο νερό. Για να δρα αποτελεσματικά το δηλητήριο όμως έπρεπε να ανανεώνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Φυσικά, το δηλητηριασμένο νερό ήταν ακατάλληλο ακόμα και για το πότισμα των αγρών, εφόσον μόλυνε και το έδαφος. Δυσάρεστο παράδειγμα αποτελεί το σχετικό συμβάν στη φωκική πόλη της Κύρας (κοντά στη σημερινή Ιτέα). Οι κάτοικοί της καταπάτησαν το 590 π.Χ. κτήματα του μαντείου των Δελφών. Αμέσως το Αμφικτιονικό Συνέδριο κήρυξε ιερό πόλεμο κατά των ιερόσυλων.

Επικεφαλής της συμμαχίας τέθηκε η Αθήνα και η Σικυώνα. Το δελφικό ιερατείο όρκισε τους συμμάχους να εξαφανίσουν την πόλη από προσώπου γης, να καταστρέψουν ακόμα και τους αγρούς και τα καρποφόρα δέντρα. Οι ιερείς των Δελφών είπαν ότι ο Απόλλων είχε καταραστεί την ιερόσυλη πόλη. Το χώμα της δεν θα έδινε πια καρπούς και τα παιδιά των γυναικών θα γεννιούνταν παραμορφωμένα. Όπως λοιπόν ο θεός δεν θα έδειχνε έλεος, έτσι και τα συμμαχικά στρατεύματα θα έπρεπε να είναι αμείλικτα.

Και πράγματι έτσι έγινε. Οι σύμμαχοι, υπό τους Κλεισθένη και Ευρύλοχο, πολιόρκησαν την καλά οχυρωμένη Κύρα. Ελλείψει πολιορκητικών μηχανών, αλλά και λόγω του ορεινού εδάφους, η πολιορκία δεν εξελισσόταν ικανοποιητικά για τους συμμάχους. Τότε ανακάλυψαν έναν κρυμμένο αγωγό, ο οποίος μετέφερε νερό εντός της πόλης, από μια γειτονική πηγή. Αμέσως έσπασαν τον αγωγό, διακόπτοντας την παροχή νερού. Ύστερα από μερικές μέρες, όμως, κι ενώ οι πολιορκημένοι υπέφεραν από τη δίψα, επισκεύασαν τον αγωγό και η παροχή νερού στην πόλη αποκαταστάθηκε.

Δυστυχώς, βέβαια, το νερό ήταν πλέον δηλητηριασμένο με μαυρόχορτο. Οι κάτοικοι αρρώστησαν όλοι και η πόλη κατελήφθη χωρίς περαιτέρω αντίσταση. Προφανώς μετά τη νίκη τους, τα συμμαχικά στρατεύματα πότισαν τα χωράφια της Κύρας με δηλητηριασμένο νερό. Τα δέντρα και τα φυτά ξεράθηκαν.

Ακόμα και όταν ο περιηγητής Παυσανίας επισκέφθηκε την περιοχή 740 έτη αργότερα, το έδαφός της παρέμενε δηλητηριασμένο. «Ο κάμπος γύρω από την Κύρα είναι ακαλλιέργητος γιατί η γη είναι ακόμα καταραμένη και οι κάτοικοι δεν μπορούν να φυτέψουν δέντρα», γράφει ο Παυσανίας, ο οποίος αποδίδει το σχέδιο μόλυνσης των νερών στον σοφό Αθηναίο νομοθέτη Σόλωνα.

Ευτυχώς, η μορφή αυτή ολοκληρωτικού πολέμου δεν φαίνεται να ξαναχρησιμοποιήθηκε από Έλληνες κατά Ελλήνων. Προφανώς όμως η μέθοδος του βιολογικού-χημικού πολέμου δεν ήταν καινούργια ούτε εφαρμόστηκε για πρώτη φορά κατά της άμοιρης Κύρας, αλλά υπήρχε από πολύ παλιά και εφαρμοζόταν με μεγάλη επιτυχία λόγω του μόνιμου προβλήματος λειψυδρίας στον ελλαδικό χώρο, ιδίως το καλοκαίρι. Οι Αθηναίοι τη χρησιμοποίησαν στα πλαίσια της τακτικής της καμένης γης που εφάρμοσαν κατά των Περσών του Ξέρξη.

Εγκαταλείποντας την πόλη τους στο έλεος των εισβολέων, οι φυγάδες Αθηναίοι δεν παρέλειψαν πρώτα να δηλητηριάσουν τις πηγές, τα πηγάδια και τις στέρνες τους. Αργότερα, κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, οι Αθηναίοι κατηγόρησαν τους Σπαρτιάτες ότι για το μεγάλο λοιμό που έπληξε την Αθήνα το 430 π.Χ. ευθύνονταν τα δηλητήρια που είχαν ρίξει στο νερό. Η κατηγορία φυσικά ήταν ανυπόστατη. Ορισμένοι ερευνητές θεωρούν ότι και οι Συρακούσιοι είχαν δηλητηριάσει τα νερά των ποταμών και των πηγών κατά τη διάρκεια της Σικελικής Εκστρατείας των Αθηναίων.

Η άποψη αυτή όμως δεν τεκμηριώνεται από καμία αρχαία πηγή. Αντίθετα, οι Συρακούσιοι φαίνεται ότι δηλητηρίασαν τις πηγές νερού γύρω από την πόλη τους, κατά τη διάρκεια της μεγάλης επίθεσης των Καρχηδονίων το 397 π.Χ. Στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., ο Αινείας ο Τακτικός έκανε λόγο για τη χρήση δηλητηρίων στο νερό σε πολιορκητικές επιχειρήσεις.

Ωστόσο δεν φαίνεται οι Έλληνες να χρησιμοποίησαν ξανά τέτοιες μεθόδους έκτοτε και για πολύ καιρό. Η Κύρα ήταν απλώς η εξαίρεση που επιβεβαίωνε τον κανόνα. Οι κάτοικοί της άλλωστε είχαν διαπράξει ιεροσυλία. Οι Ρωμαίοι και άλλοι αρχαίοι λαοί χρησιμοποίησαν επίσης κατά κόρον τέτοιες τακτικές.

Αξίζει να αναφερθεί ότι η τελευταία καταγεγραμμένη χρήση δηλητηρίων από Έλληνες για στρατιωτικούς σκοπούς έγινε το 1275 μ.Χ., κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας. Ο Γάλλος ηγεμόνας της Αχαΐας Γουλιέλμος Βιλεαρδουίνος είχε συμμαχήσει με τον βασιλιά των Δύο Σικελιών Κάρολο ντ’ Ανζού εναντίον του Έλληνα αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ του Παλαιολόγου.

Ο Παλαιολόγος κατάφερε να εξεγείρει τους Έλληνες κατοίκους της Πελοποννήσου κατά των Φράγκων. Σε κάποια φάση των επιχειρήσεων, ένα ισχυρό γαλλικό απόσπασμα με επικεφαλής τον Γοδεφρίδο ντε Μπριγέρ κινήθηκε κατά των Ελλήνων επαναστατών στα Σκορτά της Αρκαδίας.

Οι Έλληνες, αδυνατώντας να αντιμετωπίσουν τους Γάλλους ιππότες σε κατά μέτωπο μάχη, βρήκαν καταφύγιο στα βουνά. Οι Γάλλοι τους καταδίωξαν. Οι Έλληνες κατέφυγαν σε μια δασωμένη πλαγιά από όπου πήγαζε και ένα μικρό ποταμάκι. Οι Γάλλοι στρατοπέδευσαν χαμηλά, στους πρόποδες, από όπου μπορούσαν να τροφοδοτούνται με νερό.

Η συνέχεια ήταν προβλέψιμη. Οι Έλληνες δηλητηρίασαν το νερό, μάλλον με μαυρόχορτο, με αποτέλεσμα οι Γάλλοι να πεθάνουν από διάρροια. Ο ίδιος ο ντε Μπριγιέρ, ο μεγαλύτερος πολεμιστής της Φραγκιάς, σύμφωνα με το Χρονικό του Μορέως, πέθανε άδοξα από το δηλητηριασμένο νερό!

Έμβια όπλα

Η φύση προμήθευσε τους ανθρώπους με βιολογικά-χημικά όπλα αλλά και εφοδίασε ορισμένα ζώα με δηλητήριο, το οποίο τα βοηθά να θανατώνουν τα θηράματά τους και να προστατεύονται από τους εχθρούς τους. Τι συνέβη όμως όταν ο άνθρωπος θέλησε να εκμεταλλευτεί τις ιδιότητες των ζώων αυτών για πολεμικούς σκοπούς; Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να εκπαιδεύσουν έντομα και ζώα όπως οι σκορπιοί, τα φίδια ή οι σφήκες στο να μάχονται εναντίον ορισμένων αντίπαλων, όπως έπρατταν με τους ελέφαντες, τις καμήλες και τους σκύλους.

Κατόρθωσαν όμως να χρησιμοποιήσουν τα δηλητηριώδη έντομα και ζώα ως ζωντανά βλήματα κατά των πολεμίων τους. Οι άνθρωποι ενστικτωδώς τρέφουν φόβο και απέχθεια προς όλα αυτά τα πλάσματα. Αυτόν ακριβώς το φόβο εκμεταλλεύτηκαν οι αρχαίοι στρατηγοί για να αποκτήσουν ένα ακόμα όπλο κατά των αντιπάλων τους.

Έστελναν ειδικά εκπαιδευμένους άνδρες να συλλέγουν φίδια και σκορπιούς και ολόκληρες σφηκοφωλιές, τα οποία, αφού έκλειναν σε πήλινα δοχεία, τα εκτόξευαν κατά των αντιπάλων με το χέρι ή με βλητική μηχανή. Είναι εύκολο να φανταστεί κανείς τον τρόμο που ένιωθε κάποιος όταν δίπλα του έσπαζε ένα τέτοιο πήλινο «βλήμα» και από μέσα ξεπετάγονταν εξαγριωμένα ιοβόλα όντα.

Οι Έλληνες δεν χρησιμοποίησαν τέτοια ζωντανά όπλα παρά στους ύστερους ελληνιστικούς και τους βυζαντινούς χρόνους. Ωστόσο, η γνώση προϋπήρχε. Η ελληνική γη όμως ποτέ δεν διέθετε πληθυσμούς εξαιρετικά επικίνδυνων ιοβόλων όντων. Έπρεπε να καταληφθεί η Αίγυπτος και η Ασία για να έρθουν σε επαφή οι Έλληνες με τον ανατολίτικο αυτό τρόπο πολέμου.

Τα έμβια όπλα χρησιμοποιούνταν κυρίως σε πολιορκητικές επιχειρήσεις και ναυμαχίες. Υπάρχουν πολλές αναφορές για τη χρήση έμβιων ιοβόλων βλημάτων από τους Βυζαντινούς Έλληνες στις ναυμαχίες κατά των αντιπάλων τους. Ως «γόμωση» των βλημάτων χρησιμοποιούνταν εξαιρετικά δηλητηριώδη εξωτικά φίδια, κυρίως κόμπρες και σκορπιοί της ερήμου. Όσον αφορά τις σφήκες, αυτές αποτελούν, σύμφωνα με τους ειδικούς, το παλαιότερο τέτοιου τύπου όπλο. Ειδικά εκπαιδευμένοι άνδρες αποκολλούσαν τις φωλιές τους από τα δέντρα και τις τοποθετούσαν σε πήλινα δοχεία.

Τα βλήματα αυτά ρίπτονταν συνήθως με το χέρι και ήταν ιδιαιτέρως αποτελεσματικά κατά τους νεολιθικούς χρόνους, όταν οι πολεμιστές δεν χρησιμοποιούσαν βαριά ρούχα και θωρακίσεις. Ιδιαιτέρως αποτελεσματικά ήταν τα εν λόγω βλήματα και εναντίον του ιππικού, καθώς το άλογο αντιδρούσε στη θέα των όντων αυτών ή στα τσιμπήματά τους, ενστικτωδώς.

Μια άλλη κατηγορία ζώων που χρησιμοποιήθηκαν στον πόλεμο ήταν τα ανώτερα θηλαστικά, όπως το άλογο, ο ελέφαντας, η καμήλα και ο σκύλος, τα οποία μπορούσαν εκπαιδευτούν και να χρησιμοποιηθούν ως ανεξάρτητες πολεμικές μονάδες. Για το άλογο δεν υπάρχει λόγος να γίνει εδώ καμία αναφορά, αφού από τη στιγμή της εξημέρωσής του αποτελούσε αχώριστο σύντροφο των αρχαίων λαών.

Τα άλλα τρία όμως ζώα της κατηγορίας αποτελούσαν πράγματι μυστικά όπλα των αρχαίων χρόνων, ακόμα και της Αναγέννησης. Οι ελέφαντες εξημερώθηκαν από τους ανθρώπους και χρησιμοποιήθηκαν όπως και τα άλογα ως ζώα έλξης.

Από νωρίς έγινε αντιληπτό ότι η μεγάλη φυσική δύναμη του ελέφαντα ήταν δυνατό να αξιοποιηθεί και για πολεμικούς σκοπούς. Στην Ινδία, οι πολεμικοί ελέφαντες εξελίχθηκαν στα κύρια «απάρτια» των πολεμικών μηχανών των ηγεμόνων της περιοχής, και αναδείχθηκαν σε μέτρο σύγκρισης της πολεμικής και οικονομικής ισχύος του κάθε βασιλείου.

Σύμφωνα με την παράδοση, οι Έλληνες βρέθηκαν για πρώτη φορά αντιμέτωποι με πολεμικούς ελέφαντες κατά την εκστρατεία του Διονύσου στις Ινδίες, στους νεολιθικούς χρόνους. Έμελλε να αντιμετωπίσει ελέφαντες αργότερα και ο στρατός του Αλέξανδρου. Στα Γαυγάμηλα το 331 π.Χ. ο στρατός του Δαρείου Γ’ διέθετε και 15 ινδικούς ελέφαντες, τους οποίους όμως δεν χρησιμοποίησε στη μάχη. Στη μάχη του Υδάσπη το 326 π.Χ., πολεμώντας τον βασιλιά Πώρου, ο Αλέξανδρος βρέθηκε αντιμέτωπος με 200 εκπαιδευμένους ασιατικούς πολεμικούς ελέφαντες. Οι Έλληνες εξουδετέρωσαν τελικώς τα «θηρία» με τη χρήση της σάρισας και εκηβόλων όπλων.

Τότε αντελήφθησαν ότι δεν ήταν απαραίτητο να σκοτώσουν έναν ελέφαντα. Αρκούσε να τον τραυματίσουν ή να τον τρομάξουν. Το ζώο αντιδρούσε με βάση το ένστικτό του και συνήθως τρεπόταν σε φυγή, ποδοπατώντας αδιακρίτως εχθρούς και φίλους. Παρά τη σοβαρή αυτή αδυναμία, οι ελέφαντες ως όπλο εντάχθηκαν αμέσως από τον Αλέξανδρο στον ελληνικό στρατό. Μετά το θάνατό του, χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον στους συνεχείς εμφυλίους πολέμους που ακολούθησαν.

Η κοσμοϊστορική και καταλυτική μάχη της Ιψού μάλιστα το 301 π.Χ. κερδήθηκε από τους συμμάχους Σέλευκο, Κάσσανδρο και Λυσίμαχο, χάρη στους 400 πολεμικούς ελέφαντες που διέθεταν έναντι των 80 μόνο των αντιπάλων τους Αντίγονου και Δημητρίου Πολιορκητή.

Στη μάχη αυτή ο Δημήτριος διέσπασε με το ιππικό του την αριστερή πτέρυγα του ιππικού των συμμάχων και καταδίωξε τους υποχωρούντες αντίπαλους ιππείς. Όταν όμως επιχείρησε να επιστρέψει για να πλαγιοκοπήσει την εχθρική φάλαγγα, βρήκε το δρόμο αποκλεισμένο από τους ελέφαντες των αντιπάλων. Τα άλογα των ιππέων του δεν τολμούσαν να πλησιάσουν τα εύσωμα ζώα, κι έτσι η μάχη κερδήθηκε από τη συμμαχική στρατιά.

Κατά τη διάρκεια πάντως των εμφυλίων πολέμων, οι Έλληνες ανακάλυψαν τυχαία και ένα αντίδοτο στην ισχύ των ελεφάντων: τους χοίρους. Οι Μεγαρείς πολιορκήθηκαν κατά τη διάρκεια του Χρεμωνιδίου Πολέμου (267-261 π.Χ.) από τα στρατεύματα του βασιλεία της Μακεδονίας Αντίγονου Γονατά.

Ο Αντίγονος Γονατάς, όπως και ο Πολυσπέρχων το 318 π.Χ. στη Μεγαλόπολη, χρησιμοποίησε τους ελέφαντες ως ζωντανούς πολιορκητικούς κριούς για την κατακρήμνιση των πυλών της πόλης. Οι Μεγαρείς όμως άλειψαν μερικούς χοίρους με πίσσα, άνοιξαν τις πύλες και τους έβαλαν φωτιά. Τα άτυχα ζώα, καθώς καίγονταν ζωντανά, έβγαζαν φρικτές κραυγές και άρχισαν να τρέχουν σαν τρελά. Οι ελέφαντες του Αντίγονου τρομοκρατήθηκαν με τη σειρά τους από τις φωνές και τις φλόγες και τράπηκαν σε φυγή, ποδοπατώντας τους στρατιώτες του.

Ύστερα από αυτό ο Αντίγονος κατασκεύασε ειδική αλέα, εντός της οποίας μαζί με τους ελέφαντες τοποθέτησε και χοίρους, ώστε οι πρώτοι να συνηθίσουν τις φωνές και την οσμή των τελευταίων. Στο ίδιο τέχνασμα του συγχρωτισμού κατέφευγαν αργότερα όλοι οι βασιλείς των ελληνιστικών βασιλείων, τοποθετώντας τους ελέφαντες και τα άλογα του ιππικού μαζί, ώστε τα άλογα να πάψουν να φοβούνται τους ελέφαντες. Χοίρους λέγεται ότι χρησιμοποίησαν και οι Ρωμαίοι κατά του Πύρρου, με λιγότερο σημαντικά αποτελέσματα.

Συνήθως οι πολεμικοί ελέφαντες χρησιμοποιούνταν κατά του εχθρικού ιππικού, ακριβώς γιατί τρόμαζαν τα άλογα του εχθρικού ιππικού. Σε πολλές περιπτώσεις όμως συγκροτούνταν ολόκληρο τακτικό συγκρότημα γύρω από κάθε ελέφαντα, όπως για παράδειγμα στη μάχη του Μπεΐτ Ζακάρια, όταν οι Σελευκίδες πολέμησαν κατά των Μακκαβαίων οργανωμένοι σε μεικτά «συντάγματα», το καθένα από τα οποία περιλάμβανε έναν ελέφαντα, 1.000 πεζούς και 500 ιππείς. Λίγο νωρίτερα πάντως, το 190 π.Χ., στη μεγάλη μάχη της Μαγνησίας, οι φίλιοι ελέφαντες και τα δρεπανηφόρα άρματα επέφεραν την ήττα του σελευκιδικού στρατού του Αντίοχου Γ’, όταν, πανικόβλητοι από τα πλήγματα που δέχθηκαν από το ρωμαϊκό και περγαμηνό ελαφρύ πεζικό, ετράπησαν σε φυγή, διαλύοντας τις τάξεις του φίλιου πεζικού.

Ο μεγαλύτερος μετά τον Αλέξανδρο Έλληνας στρατηγός της εποχής, ο Πύρρος, χρησιμοποιούσε με μεγάλη σύνεση τους πολεμικούς του ελέφαντες. Στη μάχη της Ηράκλειας (280 π.Χ.), ο Πύρρος ενέπλεξε τους ελέφαντές του στο τελικό στάδιο της μάχης, τηρώντας τους έως τότε σε εφεδρεία.

Η έφοδος των ελεφάντων διέλυσε πράγματι το ήδη κλονισμένο ρωμαϊκό μέτωπο, αλλά και πάλι παραλίγο να οδηγήσει σε καταστροφή όταν ένας ελέφαντας τραυματίστηκε και άρχισε να ποδοπατά αδιακρίτως εχθρούς και φίλους. Ο τραυματισμός του ελέφαντα έσωσε κυριολεκτικά τους Ρωμαίους από ολοκληρωτική καταστροφή.

Ένα άλλο ζώο που χρησιμοποιήθηκε ως όπλο σε μικρή κλίμακα στους αρχαίους στρατούς ήταν η καμήλα. Η καμήλα, όπως και ελέφαντας, τρόμαζαν τα ασυνήθιστα στη θέα τους άλογα του εχθρικού ιππικού. Καμήλες φαίνεται ότι χρησιμοποίησαν πρώτοι οι Άραβες, οι Νουμίδες και οι Ασσύριοι.

Από αυτούς πήραν τη γνώση και οι Πέρσες και τις χρησιμοποίησαν με μεγάλη επιτυχία κατά των Λυδών στην εκστρατεία του Κύρου του Μέγα κατά των Σάρδεων το 546 π.Χ. Όπως αναφέρει ο Ξενοφών στο έργο του «Κύρου Παιδεία», οι καμήλες κατατρόμαξαν τα άλογα του αήττητου έως τότε λυδικού ιππικού, χαρίζοντας τη νίκη στους Πέρσες.

Εναντίον των Ελλήνων καμήλες χρησιμοποιήθηκαν ελάχιστες φορές. Στη μάχη στις Μαμμές της Βόρειας Αφρικής, το 534 μ.Χ., 5.000 Βυζαντινοί στρατιώτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με 50.000 Νουμίδες. Το μικρό βυζαντινό τμήμα αποτελούνταν κυρίως από τμήματα ιππικού. Έτσι, οι Νουμίδες αποφάσισαν να εφαρμόσουν μια τακτική, την οποία είχαν με καταπληκτική επιτυχία εφαρμόσει και κατά των περίφημων Βάνδαλων ιππέων. Τάχθηκαν σε σχηματισμό κύκλου, τοποθετώντας γύρω γύρω καμήλες, σε βάθος 12 ζυγών. Αφού υποχρέωσαν τα ζώα να καθίσουν, τάχθηκαν πίσω από το ζωντανό αυτό φράγμα, σε βαθείς σχηματισμούς, με τα τόξα και τα ακόντια στα χέρια. Υπολόγιζαν ότι τα άλογα των Βυζαντινών θα τρόμαζαν και θα έριχναν κάτω τους αναβάτες τους, τους οποίους οι ίδιοι εύκολα θα αποτελείωναν.

Οι Βυζαντινοί όμως είχαν αντίθετη άποψη και δεν συνεργάστηκαν καθόλου. Αντί να επιτεθούν έφιπποι, αφίππευσαν και επιτέθηκαν πεζοί. Οι βαριές τους θωρακίσεις τους προστάτευσαν από τη βροχή των εχθρικών βλημάτων. Σύντομα οι Βυζαντινοί με τη σειρά τους τρομοκράτησαν τις καμήλες, οι οποίες τράπηκαν σε φυγή, προκαλώντας τρομερή σύγχυση στις νουμιδικές δυνάμεις.

Οι Βυζαντινοί επέπεσαν με ορμή στον εν πλήρη αταξία ευρισκόμενο εχθρό, και τον συνέτριψαν. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Βυζαντινοί είχαν αφήσει ένα τμήμα ιππικού πάνω στα άλογα. Μόλις λοιπόν το ζωντανό φράγμα των Νουμιδών διασπάστηκε και οι εχθροί τράπηκαν σε φυγή, το έφιππο τμήμα τους επιτέθηκε σε αναπεπταμένο πεδίο και τους διέλυσε. Περισσότεροι από 10.000 Νουμίδες έπεσαν στη μάχη, έναντι ελάχιστων Βυζαντινών.

Στον ελληνορωμαϊκό κόσμο, τμήματα καμηλοβατών συγκρότησε ο ρωμαϊκός στρατός μετά την κατάληψη της Βόρειας Αφρικής, τους περίφημους Δρομεντάριους. Τα τμήματα αυτά όμως εκτελούσαν κυρίως περιπολίες στις παρυφές της Σαχάρας και δεν χρησιμοποιήθηκαν σε μεγάλη κλίμακα ποτέ.

Ένα τρίτο «πολεμικό» ζώο δεν ήταν άλλο από τον καλύτερο φίλο του ανθρώπου, τον σκύλο. Όπως και στο κυνήγι, έτσι και στον πόλεμο, ο σκύλος συντρόφευε τον άνθρωπο, παρέχοντας πολύτιμες υπηρεσίες, τόσο ως φύλακας, όσο και, σε κάποιες περιπτώσεις, ως όπλο κρούσης!

Ομάδες εξημερωμένων σκύλων συνόδευαν τους πρώτους πολεμιστές και επιτίθεντο στους αντιπάλους, βάσει του αγελαίου ενστίκτου τους. Αργότερα, ο σκύλος ανέλαβε απλώς καθήκοντα φύλακα, με αποστολή να «σημαίνει» το συναγερμό. Το 16ο αιώνα μ.Χ. όμως οι σκύλοι πολέμησαν και πάλι στο πεδίο της μάχης, στο πλευρό των Ισπανών Κονκισταδόρες, εναντίον των Ινδιάνων στην Αμερική. Διάσημοι επίσης είναι και οι σκύλοι διασώστες του Αγ. Βερνάρδου, αλλά και οι «αντιαρματιστές» σκύλοι που χρησιμοποίησαν οι Σοβιετικοί στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το κύριο χαρακτηριστικό των σκύλων είναι η αφοσίωση που δείχνουν στον κύριό τους, τον οποίο θεωρούν αρχηγό της αγέλης τους, αφοσίωση που φτάνει στα όρια της αυτοθυσίας. Αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό εκμεταλλεύτηκαν και οι άνθρωποι, από την ύστερη παλαιολιθική εποχή, οπότε και έχουμε και τις πρώτες ενδείξεις εξημέρωσης των ζώων αυτών. Πολεμικοί σκύλοι θεωρείται ότι πρωτοχρησιμοποιήθηκαν από τους λαούς γύρω από την Κασπία Θάλασσα. Αργότερα τους χρησιμοποίησαν και οι Ίβηρες και οι Γαλάτες.

Οι Ίωνες κάτοικοι της Μαγνησίας είχαν εφοδιάσει κάθε οπλίτη τους με ένα σκύλο κατά τη διάρκεια του πολέμου εναντίον της Εφέσου, τον 6ο αιώνα π.Χ. Ήρωας επίσης εχρίσθη και ένας αγνώστου ονόματος σκύλος, ο οποίος ακολούθησε τον αφέντη του στο πεδίο μάχης του Μαραθώνα το 490 π.Χ. Ο Ρωμαίος συγγραφέας Αιλιανός (2ος –3ος αιώνα μ.Χ.) αναφέρει ότι ο σκύλος πολέμησε στο πεδίο της μάχης, ξεσκίζοντας με τα δόντια του όποιον Πέρση επιτίθετο στον αφέντη του. Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει ότι ο σκύλος αυτός είχε απεικονιστεί μαζί με τους υπολοίπους Μαραθωνομάχους στην Πικοίλη στοά των Αθηνών.

Ο Ξέρξης επίσης έφερε εκατοντάδες πολεμικούς σκύλους μαζί του κατά την εκστρατεία του στην Ελλάδα το 480 π.Χ. Ο Λυδός βασιλιάς Αλυάτης επίσης απέκρουσε μια επιδρομή των Κιμμερίων με το ιππικό του και τους πολεμικούς του σκύλους, οι οποίοι επιτέθηκαν στα άλογα των αντιπάλων και τα έτρεψαν σε φυγή.

Υπήρχαν όμως και άλλα ζώα, πολύ ήμερα κατά τα άλλα, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν, όπως και οι χοίροι, στις πολεμικές επιχειρήσεις. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, οι Κινέζοι πρώτοι χρησιμοποίησαν σε μάχη αγέλες βοοειδών. Τα βόδια δένονταν μεταξύ τους, σχηματίζοντας ένα ζωντανό κινούμενο τείχος, το οποίο κατευθυνόταν κατά του εχθρικού μετώπου, από άνδρες εφοδιασμένους με μαστίγια και πυρσούς.

Τα φοβισμένα ζώα ορμούσαν, πανικόβλητα από τις φωνές, τα μαστιγώματα και τις φωτιές, καταπάνω στον εχθρό. Φυσικά, οι πιθανότατες επιτυχίας ενός τέτοιου ζωντανού όπλου ήταν επίσης μικρές, αφού οι αντίπαλοι μπορούσαν να αντιδράσουν με τα ίδια μέσα, τρομάζοντας με της σειρά τους τα βόδια, ή σκοτώνοντας τους βοσκούς-οδηγούς τους. Την αυτή τακτική πιστεύεται ότι εφάρμοσαν και ορισμένοι νομαδικοί λαοί στο Μεσαίωνα.

Τεκμηριωμένα, αγέλες βοοειδών και καμηλών χρησιμοποίησε ο στρατός του Μογγόλου κατακτητή Ταμερλάνου το 14ο αιώνα μ.Χ. Ωστόσο, και το όπλο αυτό αποδεικνύεται ότι έχει ελληνική καταγωγή.

Η πρώτη τεκμηριωμένη αναφορά χρήσης βοοειδών στον πόλεμο αφορά στις επιδρομές των ελληνικής καταγωγής Λαών της Θάλασσας κατά τις Αιγύπτου, το 13ο και 12ο αιώνα π.Χ. Οι Φιλισταίοι και οι Δαναοί χρησιμοποίησαν βοϊδάμαξες ως άρματα μάχης κατά των αντίστοιχων αιγυπτιακών ιππήλατων αρμάτων. Ωστόσο, τα αιγυπτιακά άλογα, συνηθισμένα στη θέα βοοειδών, δεν εντυπωσιάστηκαν από τα παράξενα άρματα των Λαών της Θάλασσας και, χάρη στην ταχύτητά τους, χάρισαν τη νίκη στους Αιγυπτίους.   

Πυρίτιδα

Οι περισσότεροι ιστορικοί θεωρούν ότι η πυρίτιδα ήταν επινόηση των Κινέζων, οι οποίοι ήδη από το 10ο αιώνα μ.Χ. τη χρησιμοποιούσαν και για πολεμικούς σκοπούς. Και πράγματι δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι οι Έλληνες τουλάχιστον γνώριζαν την πυρίτιδα. Υπάρχουν όμως σαφώς αποχρώσες ενδείξεις ότι μια κλειστή κάστα «εκλεκτών» είχε στην κατοχή και αυτό, ανάμεσα σε πολλά άλλα, μυστικό.

Για παράδειγμα, και στις δύο περιπτώσεις βαρβαρικών επιθέσεων κατά των Δελφών οι αρχαίοι συγγραφείς συμφωνούν όλοι ότι συνέβησαν θαυμαστά φαινόμενα. Βράχοι αποκολλούνταν από τον Παρνασσό, αφού πρώτα ακούγονταν βροντές και έβγαινε καπνός. Οι βράχοι αυτοί καταπλάκωσαν τους Πέρσες, ενώ όσοι από αυτούς σώθηκαν, τράπηκαν έντρομοι σε άτακτη φυγή.

Ακόμα χειρότερα συνέβησαν στους Γαλάτες το 279 π.Χ., γεγονότα για τα οποία έχουμε και λεπτομερέστατη περιγραφή από τον Παυσανία. «Ο Βρέννος χωρίς καμία χρονοτριβή, προτού φτάσουν από το στρατόπεδο οι άλλοι με τον Ακιχώριο, ξεκίνησε κατά των Δελφών. Οι κάτοικοι των Δελφών κατέφυγαν από φόβο στο μαντείο.

Ο θεός όμως τους παρακινούσε να πάψουν να φοβούνται γιατί αυτός ήταν ικανός να προστατεύσει τα δίκαιά του. Οι Έλληνες που ήρθαν να πολεμήσουν για το ιερό ήταν οι εξής: Φωκείς από όλες τις πόλεις, από την Άμφισσα 400 οπλίτες, από τους Αιτωλούς ήρθαν λίγοι αμέσως μόλις έμαθαν ότι οι βάρβαροι συνέχιζαν την προέλασή τους. Αργότερα όμως έφερε άλλους 1.200 ο Φιλόμηλος. Κατά του στρατού του Ακιχωρίου στράφηκαν οι ακμαιότεροι Αιτωλοί πολεμιστές, οι οποίοι δεν άρχιζαν μάχη αλλά επιτίθεντο στους βραδυπορούντες και άρπαζαν τα σκευοφόρα, σκοτώνοντας τους συνοδούς τους. Έτσι οι Γαλάτες υποχρεώθηκαν να βαδίζουν αργά. Ο Ακιχώριος είχε αφήσει τμήμα του στρατού του να φρουρεί το στρατόπεδο.

Κατά του Βρέννου και του στρατού πολέμησαν όλοι οι συγκεντρωμένοι στους Δελφούς Έλληνες. Και ο θεός έδειξε εξαρχής διοσημίες, περισσότερες και σαφέστερες από όσες μας είναι γνωστές. Και σεισμοί ισχυροί, πολλές φορές την ημέρα, γίνονταν στη χώρα που κατείχε ο στρατός των Γαλατών και βροντές ακούγονταν και κεραυνοί συνεχώς έπεφταν.

Οι βροντές τρόμαζαν τους Κέλτες και οι κεραυνοί σκότωναν, όχι μόνον όποιον έπλητταν, αλλά και όποιους ήταν κοντά του, ακόμα και τα όπλα τους. Παρουσιάστηκαν επίσης στους Κέλτες τα φάσματα των ηρώων Υπερόχου, Λαοδόκου και Πύρρου. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι εμφανίστηκε και ο Φύλακος, ένας εντόπιος ήρωας των Δελφών» (Παυασανία, Φωκικά 10, 22).

Η περιγραφή του Παυσανία είναι άκρως εντυπωσιακή και κατά παράδοξο τρόπο ταυτίζεται σχεδόν με την αντίστοιχη, αλλά κατά 600 περίπου έτη παλαιότερη, του Ηροδότου. Ιδιαιτέρως αποκαλυπτικό είναι το χωρίο που αναφέρεται σε κεραυνούς που σκότωναν τους Γαλάτες κατά ομάδες, καταστρέφοντας ακόμα και τα όπλα τους.

Από την άλλη, οι κεραυνοί αυτοί συνδέονται με βροντές «που τρόμαζαν τους Κέλτες». Και πως οι πράγματι εμπειροπόλεμοι Κέλτες, οι προερχόμενοι από μια χώρα με σαφώς χειρότερο της Ελλάδας κλίμα, προφανώς συνηθισμένοι στην κακοκαιρία, τρομοκρατήθηκαν από μερικούς κεραυνούς, λες και δεν είχαν αντιμετωπίσει ξανά παρόμοια καιρικά φαινόμενα.

Μήπως λοιπόν το δελφικό ιερατείο, το υπεύθυνο άλλωστε και για τη βιολογική καταστροφή της Κύρας, γνώριζε το μυστικό του κεραυνού, δηλαδή την πυρίτιδα, με τη χρήση της οποίας προκάλεσε τις κατολισθήσεις, αλλά και τις ομαδικές ανατινάξεις των Γαλατών; Η προφανής απάντηση είναι αρνητική. Παλαιότεροι ερευνητές όμως εκφράζουν αντίθετη άποψη. Σύμφωνα με τον Ιταλό ιστορικό Νικόλο Ταρτάλια, η πυρίτιδα ήταν επινόηση των Ελλήνων, και μάλιστα του Αρχιμήδη. Ο Ιταλός στο έργο του «Διάφορα επιτεύγματα και εφευρέσεις», που εκδόθηκε το 1546, αναφέρει ότι οι Έλληνες ανακάλυψαν την πυρίτιδα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ταρτάλια ήταν μαθηματικός και θεωρείται ο πατέρας της βαλλιστικής. Παλαιότερες πηγές αποδίδουν την ανακάλυψη της πυρίτιδας στον Μ. Αλέξανδρο.

Για να απαντηθεί όμως το ερώτημα πότε και πού ανακαλύφθηκε η πυρίτιδα, θα ήταν σκόπιμο να δούμε την ιστορία των συστατικών της. Όπως προαναφέρθηκε, η πυρίτιδα θεωρείται επινόηση των Κινέζων. Στην Ευρώπη πιστεύεται ότι εισήχθη είτε από τον Γερμανό Μπέρτχολντ Σβάρτς το 14ο αιώνα μ.Χ. είτε από τον Άγγλο Ρόγκερ Μπέικον -γνωστό ως Βάκωνα στους Έλληνες- περί το 1290 μ.Χ. Όπως αναφέρθηκε, ο Ιταλός μαθηματικός και μηχανικός Ταρτάλια δεν συμφωνεί με τις απόψεις αυτές, οι οποίες είχαν άλλωστε διατυπωθεί στην εποχή του. Όσον αφορά τον Μπέικον, πάντως, οι πηγές θεωρούν ότι η όποια γνώση του επί του αντικειμένου προερχόταν από αραβικά χειρόγραφα, μεταφράσεις αρχαίων ελληνικών. Ο Μπέικον όμως είχε σπουδάσει τα ελληνικά γράμματα, και κυρίως είχε εντρυφήσει στον Αριστοτέλη, δάσκαλο του Μ. Αλεξάνδρου. Διαθέτοντας μεγάλα ποσά απέκτησε σπάνια βιβλία και συνεργάστηκε στενά με τον μεγαλύτερο ελληνιστή της εποχής του, τον Ρόμπερτ Γκρόστεστ. Είχε λοιπόν ελληνική παιδεία.

Την ίδια εποχή η Ελλάδα στέναζε υπό την κατοχή των Δυτικών. Ο Μπέικον περιέγραψε πρώτος τη μέθοδο παρασκευής πυρίτιδας στη Δυτική Ευρώπη. Τα συστατικά του εκρηκτικού μείγματος ήταν ο άνθρακας, το νίτρο και το θείο (θειάφι), στην εξής αναλογία: νίτρο 75%, άνθρακας 12,5% και θείο επίσης 12,5%. Η αναλογία αυτή μπορούσε πάντως να μεταβληθεί ελαφρώς. Και τα τρία αυτά στοιχεία ήταν γνωστά στους αρχαίους Έλληνες. Ακόμα και το νίτρο ήταν γνωστό με το όνομα πέτρας άλας, εξ ου και η σημερινή αγγλική ονομασία του «saltpeter». Το νίτρο όμως είναι ένα χημικό στοιχείο το οποίο σε φυσική μορφή δεν βρίσκεται στην Ελλάδα.

Μπορεί όμως να παραχθεί τεχνητά από τα ζωικά και τα ανθρώπινα περιττώματα! Κατά την πρώιμη Αναγέννηση στην Ευρώπη δημιουργήθηκαν «δεξαμενές» παραγωγής νίτρου, ακριβώς για να καλύψουν τις ανάγκες σε πυρίτιδα των στρατών της εποχής.

Αντίθετα, νίτρο υπάρχει σε φυσική μορφή στην Ινδία και στο Ιράν, στην Ισπανία και τη Γαλλία. Ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι το νίτρο ήταν γνωστό στους Ακκάδιους, στα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ. Ο Έλληνας σοφός του 3ου αιώνα μ.Χ. Ζώσιμος ο Πανοπολίτης μιλά ξεκάθαρα για νίτρο στο έργο του «Περί Αρετής». Ο Ζώσιμος θεωρεί το νίτρο ως συστατικό στοιχείο για την κατασκευή τεχνητού ανθρώπου! Ιδιαιτέρως πάντως ευνοείται η παραγωγή νίτρου, μέσω των περιττωμάτων, στις περιοχές με θερμό και ξηρό κλίμα.

Όσον αφορά τα λοιπά συστατικά, το θείο και τον άνθρακα, ή ακριβέστερα τον ξυλάνθρακα, ουδείς δύναται να αμφισβητήσει ότι αυτά ήταν γνωστά στους αρχαίους Έλληνες. Είδαμε ότι οι Ρωμαίοι εξόπλισαν το «πυροβολικό» τους με εμπρηστικά, εάν όχι εκρηκτικά βλήματα. Τα κούφια, σωληνοειδή αυτά βλήματα, όσο και αν αυτό ακούγεται παράξενο, αποτέλεσαν τους προγόνους του τυφεκίου.

Το ινδικό στρατιωτικό εγχειρίδιο Νιτισάστρα, του 1ου αιώνα μ.Χ., αναφέρει τη χρήση συσκευών εκτόξευσης «σωληνοειδών» βλημάτων, από το πεζικό και το ιππικό.

Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαιτέρως σημαντικό εφόσον υποδηλώνει ότι οι εν λόγω συσκευές ήταν αρκετά ελαφρές και άρα φορητές, ώστε να μπορούν να μεταφερθούν από έναν ιππέα. Περιγράφοντας μάλιστα τις συσκευές εκτόξευσης αναφέρει ότι επρόκειτο για λεπτούς σωλήνες, μήκους ενός μέτρου περίπου, τις οποίες γέμιζαν με νίτρο, θειάφι και ξυλάνθρακα, αλλά και με τεμάχια σιδήρου και μολύβδου. «Ο σωλήνας», αναφέρεται στο εγχειρίδιο, «βάλλει σιδερένια ή μολύβδινα σφαιρίδια, με την επαφή της φωτιάς, που παράγεται από ένα πυριτόλιθο. Ο πόλεμος με αυτές τις μηχανικές συσκευές προκαλεί μεγάλες καταστροφές».

Η περιγραφή του όπλου αυτού παραπέμπει σε ένα πρώιμο τυφέκιο, όπως αυτά που οι Ευρωπαίοι πρωτοχρησιμοποίησαν στα τέλη του 14ου αιώνα μ.Χ. Μόνο που το ινδικό τυφέκιο είναι κατά 13 αιώνες παλαιότερο! Πολλοί ερευνητές δεν δέχονται ότι οι αρχαίοι γνώριζαν το νίτρο, αλλά υποστηρίζουν ότι πολύ συχνά οι αρχαίοι συγγραφείς το μπερδεύουν με το σόδιο, ένα ιδιαιτέρως εκρηκτικό στοιχείο, το οποίο αντιδρά με το νερό, απελευθερώνοντας υδρογόνο. Σε κάθε περίπτωση πάντως υπάρχουν και περισσότερο κοντινές μαρτυρίες για την μυστική απαγορευμένη γνώση.

Μια φωτογραφία χίλιες λέξεις: Ακολούθησε το pronews.gr στο Instagram για να «δεις» τον πραγματικό κόσμο!

Ο Ρωμαίος ιστορικός Αφρικανός Σέξτος Ιούλιος, που έζησε μεταξύ 2ου και 3ου αιώνα μ.Χ., αναφέρει χαρακτηριστικά: «Αυτόματον πυρ άψαι και τώδε τω συντάγματι σκευάζεται γούν ούτως. Θείου απύρου, αλός ορυκτού, κονίας κεραυνίνου λίθου πυρίτου ίσα λειούνται εν θυεία μελαίνη οπός, και ασφάλτου Ζακυνθίας υγρής και αυτορύτου, εκάστου ίσον ως λιγνυώδες γενέσθαι»!

Το περιγραφόμενο μείγμα είχε ένα σοβαρό πλεονέκτημα ή μειονέκτημα – αναλόγως της χρήσης. Ήταν αυτοαναφλεγόμενο, με την παραμικρή θέρμανσή του, ακόμα και από τις ακτίνες του ηλίου. Το 13ο αιώνα μ.Χ. ο Άραβας αλχημιστής Ιμπν αλ Μπαϊτάρ της Μάλαγα κάνει σαφή αναφορά για το νίτρο, ονομάζοντάς το «κινεζικό χιόνι».

Σύμφωνα με άλλους ερευνητές, πάντως, το νίτρο ήταν ένα από τα συστατικά του υγρού πυρός των Βυζαντινών Ελλήνων.

Γνωρίζουμε όμως ότι οι γνώσεις των Βυζαντινών προέρχονταν σε μεγάλο βαθμό από τους αρχαίους μηχανικούς της λεγομένης αλεξανδρινής σχολής, τον Αρχιμήδη, τον Ήρωνα, τον Φίλωνα, τον Ζώσιμο Πανοπολίτη. Λαμβάνοντας υπόψη και την πληροφορία ότι οι Ακκάδιοι γνώριζαν από τα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ. το νίτρο και λόγω της επαφής τους με τα φυσικά του κοιτάσματα.

Όπως είναι επίσης γνωστό οι Έλληνες είχαν από τους μινωικούς ήδη χρόνους επαφές με τους πολιτισμούς της Μεσοποταμίας. Άρα ήταν πολύ πιθανόν να γνώριζαν και το νίτρο.

Σε περίπτωση όμως που γνώριζαν την πυρίτιδα γιατί δεν την χρησιμοποίησαν εκτεταμένως; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι μάλλον πιο απλή απ’ ό,τι θα φανταζόταν κανείς. Ακόμα και αν γνώριζαν το εκρηκτικό μείγμα και τα επιμέρους συστατικά του, δεν είχαν στη διάθεση τους όπλα τα οποία θα μπορούσαν να το αξιοποιήσουν.

Στους Δελφούς, εφόσον πραγματικά χρησιμοποιήθηκε πυρίτιδα, οι βράχοι του Παρνασσού έπαιξαν το ρόλο των βλημάτων. Έως την ανακάλυψη των πρώιμων πυροβόλων όπλων, τα οποία όπως είδαμε δεν ήταν παρά μακροί ίσιοι σωλήνες – για αυτό και ονομάστηκαν κανόνια, από την ελληνική λέξη «κανών» – η πυρίτιδα, ακόμα και αν ήταν γνωστή, δεν ήταν αξιοποιήσιμη.

Έπρεπε να φτάσουμε στη βυζαντινή εποχή, για να αξιοποιηθούν τα ευρήματα της παλαιότερης έρευνας. Το ζήτημα της κατασκευής όπλων ικανών να βάλλουν με τη χρήση πυρίτιδας δεν ήταν απλό.

Και αυτό γιατί δεν είχε προφανώς ακόμα εντοπιστεί το σημείο αντοχής των όπλων. Ακόμα και τον 19ο αιώνα υπήρχε ο κίνδυνος ανατίναξης της κάννης του όπλου από υπερβολικό γέμισμα πυρίτιδας.

Για αυτό οι Έλληνες στράφηκαν σε ασφαλέστερες μεθόδους, τη μηχανική ενέργεια και τον ατμό!