
Η Επιχείρηση «Μπαρμπαρόσσα» αναδεικνύει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που σχετίζονται με την στρατιωτική πληροφόρηση και αφορά στην μη αξιοποίηση πληροφοριών, οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με βαθιά εδραιωμένες αντιλήψεις.
Η Σοβιετική Ένωση αιφνιδιάστηκε, όχι γιατί δεν είχε την σωστή πληροφόρηση ή γιατί η πληροφόρηση δεν έφτασε έγκαιρα στα χέρια του Στάλιν, αλλά γιατί η πληροφόρηση ερχόταν σε αντίθεση με όσα πίστευε ο τελευταίος.
Ακόμη και ώρες μετά την έναρξη των επιχειρήσεων από την πλευρά των Γερμανών, ο Στάλιν εξακολουθούσε να θεωρεί ότι οι επιχειρήσεις αποσκοπούσαν στο να προκαλέσουν και να παρασύρουν τη Μόσχα σε υποχωρήσεις.
Τι έκανε, όμως, τον Στάλιν να θεωρεί μια επίθεση από την πλευρά της Γερμανίας απίθανη στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο;
Πόσο ενίσχυσαν τη δυσπιστία του οι παραπλανητικές επιχειρήσεις των Γερμανών και γιατί δεν θεωρούσε τις προειδοποιήσεις που ελάμβανε από τον Τσώρτσιλ ως ειλικρινείς;
Γιατί δεν εμπιστευόταν την πληροφόρηση που ελάμβανε από τις μυστικές υπηρεσίες;
Οι λανθασμένες πεποιθήσεις του Στάλιν
Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αποτυχία των Σοβιετικών δεν οφειλόταν στην έλλειψη πληροφόρησης για τις ακριβείς προθέσεις του Χίτλερ, αλλά στην έλλειψη αντικειμενικής ανάλυσης των πληροφοριών από τον Στάλιν.
Η πεποίθηση του τελευταίου ήταν ότι οι προειδοποιήσεις που ελάμβανε δεν ήταν πραγματικές αλλά μέρος της προσπάθειας των Βρετανών να εμπλακεί η Σοβιετική Ένωση, μέσω κάποιων προκλητικών ενεργειών, σε πόλεμο με τη Γερμανία.
Σε γενικές γραμμές, ο Στάλιν εκτιμούσε ότι ο Χίτλερ ποτέ δεν θα εμπλεκόταν σε έναν πόλεμο δύο μετώπων, άρα οποιαδήποτε επιχείρηση εναντίον των σοβιετικών δημοκρατιών θα ελάμβανε χώρα, εφόσον ο Χίτλερ είχε νικήσει ή υπογράψει ειρήνη με τη Βρετανία, δηλαδή όχι νωρίτερα από το 1942.
Τέλος, ο Στάλιν ήταν πεπεισμένος ότι ο Χίτλερ δεν θα προχωρούσε σε πολεμικές ενέργειες χωρίς την προηγούμενη χρήση τελεσιγράφου.
Υπήρχε η εσφαλμένη άποψη εκείνη τη περίοδο, όχι μόνο στο Κρεμλίνο και στις σοβιετικές μυστικές υπηρεσίες, αλλά και σε όλη τη διπλωματική κοινότητα της Ευρώπης, ότι ενδεχόμενη κρίση με τη Γερμανία θα ξεκινούσε μόνο μετά την επίδοση τελεσίγραφου.
Η παραπάνω άποψη χαρακτήριζε όλες τις εκτιμήσεις των μυστικών υπηρεσιών στην προ του Περλ Χάρμπορ εποχή και ήταν ως ένα βαθμό δικαιολογημένη.
Αυτό, όμως, που δεν ήταν δικαιολογημένο και ορθό από την πλευρά του Στάλιν ήταν να βασίσει όλη την στρατηγική του στην παραπάνω υπόθεση και να αγνοήσει αξιόπιστες προειδοποιήσεις, που ήσαν αντίθετες με τη δογματική του θεώρηση των πραγμάτων.
Δυστυχώς, οι εκτιμήσεις του Στάλιν για τις στρατηγικές προθέσεις του αντιπάλου του δεν ήταν ακριβείς.
Ακόμη και όταν πείστηκε για το ενδεχόμενο επίθεσης (ποτέ, όμως, αιφνιδιαστικής), έκανε λάθος σε όλες τις εκτιμήσεις που αφορούσαν στον τόπο, τον χρόνο και τις συνθήκες της επίθεσης.
Όσον αφορά στις στρατιωτικές και επιχειρησιακές συνθήκες, ο Στάλιν θεωρούσε, ότι σε αντίθεση με την Γαλλία, η επιλογή του «Κεραυνοβόλου Πολέμου» εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης δεν ήταν ενδεδειγμένη λύση για τον Χίτλερ, αφού θα του προσέφερε μόνο προσωρινά τακτικά πλεονεκτήματα.
Το στρατιωτικό επιτελείο του δεν αξιολόγησε σωστά τις νέες γερμανικές μεθόδους πολέμου, εκτιμώντας ότι ο «Κεραυνοβόλος Πόλεμος» προσφερόταν μόνο εναντίον αδύναμων κρατών (όπως, η Γαλλία) και όχι εναντίον ισχυρότερων αντιπάλων με μεγαλύτερη οικονομική και στρατιωτική ισχύ, όπως η Σοβιετική Ένωση.
Επίσης, το επιτελείο εκτιμούσε ότι α) ενδεχόμενη σύρραξη με τη Ναζιστική Γερμανία θα είχε αρχικά τη μορφή μεθοριακών συγκρούσεων, επιτρέποντας τη συγκέντρωση επαρκών σοβιετικών στρατευμάτων στην πρώτη γραμμή και β) η γερμανική εισβολή θα γινόταν στο Νότο, όπου ευρίσκοντο οι αγροτικές και βιομηχανικές μονάδες.
Οι παραπάνω λανθασμένες εκτιμήσεις του στρατιωτικού επιτελείου, δεν απέβησαν μόνο μοιραίες για εκατομμύρια Σοβιετικούς στρατιώτες και πολίτες, αλλά παράλληλα ενίσχυσαν τις ήδη λανθασμένες αντιλήψεις του Στάλιν.
Οι προσπάθειες του Στάλιν να κερδίσει χρόνο
Η λογική πίσω από την άρνηση του Στάλιν να αντικρίσει την πραγματικότητα ήταν η έντονη επιθυμία του να κερδίσει χρόνο.
Όπως είχε αναφέρει και ο ίδιος στον Τσώρτσιλ, «δεν χρειαζόμουν τις προειδοποιήσεις, ήξερα ότι ο πόλεμος ερχόταν, αλλά νόμιζα ότι θα μπορούσα να κερδίσω έξι μήνες».
Ο ίδιος ήξερε καλύτερα από κάθε άλλον, πόσο απροετοίμαστος ήταν ο Κόκκινος Στρατός και ήθελε με κάθε τρόπο να καθυστερήσει μια πολεμική αναμέτρηση με τη Γερμανία. Την άνοιξη του 1937, σε μια προσπάθειά του να απαλλάξει τον Κόκκινο Στρατό από τους εσωτερικούς εχθρούς, προχώρησε σε μια σειρά διώξεων.
Οι επιχειρήσεις αυτές (γνωστές ως ο Μεγάλος Τρόμος)6 κράτησαν τρία χρόνια και είχαν τραγικό απολογισμό: 75 από τα 80 μέλη του στρατιωτικού σοβιέτ θανατώθηκαν, ενώ την ίδια τύχη είχαν όλοι οι στρατιωτικοί διοικητές των περιφερειών, καθώς και 400 από τους 456 συνταγματάρχες.
Τα αποτελέσματα στην μαχητική ικανότητα του Σοβιετικού Στρατού δεν άργησαν να φανούν. Η σοβιετική εισβολή στη Φινλανδία, τον χειμώνα του 1939, συνάντησε σθεναρή αντίσταση και προκάλεσε σημαντικές απώλειες στον Κόκκινο Στρατό.
Οι διώξεις του σταλινικού καθεστώτος συμπεριελάμβαναν και υψηλόβαθμα στελέχη των μυστικών υπηρεσιών.
Ο Στάλιν, έχοντας ως προτεραιότητα την επιβίωση του καθεστώτος του, στελέχωσε τις μυστικές υπηρεσίες με άτομα της επιρροής του, τα οποία στις περισσότερες περιπτώσεις, φρόντιζαν η ενημέρωση που ελάμβανε ο ηγέτης τους να εναρμονίζεται με τις πεποιθήσεις του.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Στάλιν να λαμβάνει μια μονόπλευρη ανάλυση των γεγονότων και κάθε πληροφόρηση, που ερχόταν σε αντίθεση με τις αντιλήψεις του, να χαρακτηρίζεται ως προπαγάνδα και παραπληροφόρηση.
Ο Στάλιν έπεσε ουσιαστικά θύμα του συστήματος που ο ίδιος δημιούργησε, ένα σύστημα το οποίο ενίσχυε τις αυταπάτες του.
Η αδυναμία, όμως, του Σοβιετικού Στρατού δεν ήταν η μοναδική πηγή ανησυχίας του Στάλιν.
Η Συμφωνία του Μονάχου, το 1938, και η κατευναστική πολιτική από την πλευρά των Γάλλων και των Βρετανών απογοήτευσε τη Μόσχα.
Η τελευταία θεώρησε ότι η συμφωνία αυτή δεν σκόπευε μόνο στην αποφυγή του πολέμου από την πλευρά των Γάλλων και των Βρετανών, αλλά ουσιαστικά στρεφόταν εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, αφού ως απώτερο σκοπό είχε να στρέψει τη Ναζιστική Γερμανία προς το ανατολικό μέτωπο.
Ελλείψει μιας αντικειμενικής ανάλυσης των γεγονότων, η άποψη ότι πίσω από την Συμφωνία του Μονάχου βρισκόταν μια καπιταλιστική συνομωσία με σκοπό να εμπλέξει την Σοβιετική Ένωση σε έναν πόλεμο με τη Γερμανία κέρδισε σύντομα έδαφος στη Μόσχα.
Μετά την κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας, ήταν φανερό ότι ο Χίτλερ σύντομα θα κατακτούσε και την Πολωνία και θα ήταν πλέον σε θέση να απειλεί τις Σοβιετικές Δημοκρατίες.
Ο Στάλιν είχε δύο επιλογές. Η πρώτη ήταν μια συμφωνία ανάμεσα στη Μόσχα, το Λονδίνο και το Παρίσι, η οποία θα εγγυάτο την ασφάλεια στην Ανατολική Ευρώπη.
Η διστακτικότητα, όμως, των Βρετανών ενίσχυσε τις υποψίες του Στάλιν περί καπιταλιστικής συνομωσίας και τον ώθησε στην δεύτερη επιλογή, τον κατευνασμό της Γερμανίας.
Το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ – Μολότοφ, τον Αύγουστο του 1939, ουσιαστικά διευκόλυνε το έργο του Χίτλερ, ο οποίος μπορούσε ανενόχλητος να καταλάβει την Πολωνία, ενώ ταυτόχρονα προσέφερε την πολυπόθητη εγγύηση ειρήνης στον Στάλιν.
Ο Στάλιν με την παραπάνω στρατηγική πέτυχε να κερδίσει χρόνο, αλλά απέτυχε να αξιολογήσει ορθά τις αμέτρητες προειδοποιήσεις που έλαβε τους επόμενους μήνες. Σκοπός του ήταν η αποφυγή πρόκλησης της Γερμανίας με κάθε τρόπο.
Αγνοώντας τις προειδοποιήσεις
Η πρώτη σοβαρή προειδοποίηση ήλθε ένα χρόνο πριν την Επιχείρηση «Μπαρμπαρόσσα», στις 25 Ιουνίου 1940, όταν ο Τσώρτσιλ σε μία επιστολή του προς τον Στάλιν, τον ενημέρωνε για τις προθέσεις του Χίτλερ.
Ο Στάλιν, όχι μόνο δεν έδωσε βάση στους ισχυρισμούς του Τσώρτσιλ, αλλά θεώρησε την επιστολή αυτή ως απόδειξη της προσπάθειας των Βρετανών να προκαλέσουν έναν Ρωσογερμανικό πόλεμο και μεταβίβασε το γράμμα αυτό στον Γερμανό πρέσβη στη Μόσχα, φον Σούλενμπουργκ.
Η νέα προειδοποίηση του Τσώρτσιλ, τον Απρίλιο του 1941, η οποία βασιζόταν σε αποκωδικοποίηση γερμανικών μηνυμάτων αντιμετωπίστηκε και πάλι υπό το πρίσμα της συνομωσίας.
Η δυσπιστία του Στάλιν δεν αφορούσε μόνο στον Βρετανό ηγέτη, αλλά ακόμη και τους πιο έμπιστους κατασκόπους του. Πιο συγκεκριμένα, ο Κέρνκρος, ως γραμματέας του Λόρδου Χάνκεϊ, αρμόδιου υπουργού για θέματα πληροφόρησης στη κυβέρνηση του Τσώρτσιλ, είχε πρόσβαση σε απόρρητες πληροφορίες, οι οποίες επιβεβαίωναν ότι οι ισχυρισμοί των Βρετανών εβασίζοντο σε πραγματικά στοιχεία και δεν ήταν μέρος μιας συνομωσίας.
Την ίδια τύχη είχε και η προσπάθεια του Ρώσου κατασκόπου Σορτζ, ο οποίος είχε παρεισφρήσει στη γερμανική πρεσβεία στο Τόκιο και ενημέρωσε τη Μόσχα, το Μάϊο του 1941, ότι η επίθεση αναμενόταν τον Ιούνιο και χωρίς προηγούμενη κήρυξη πολέμου ή χρήση τελεσιγράφου
Η δυσπιστία του Στάλιν ενισχύθηκε από την μυστική επίσκεψη του Ρούντολφ Ες στην Σκωτία, στις 10 Μαΐου 1941, για να διαπραγματευτεί ειρήνη με τη Βρετανία.
Η ενέργεια αυτή ερμηνεύτηκε από τον Στάλιν ως μια ακόμη προσπάθεια του Τσώρτσιλ (αυτή τη φορά συνωμοτώντας με τον Χίτλερ) να επισπεύσει τον πόλεμο ανάμεσα στη Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση.
Οι υποψίες για γερμανική συμμετοχή στη συνομωσία ενισχύθηκαν από την προειδοποίηση που έλαβαν οι Σοβιετικοί από τον εχθρικά διακείμενο προς τους Ναζί Γερμανό πρέσβη στη Μόσχα, φον Σούλενμπουργκ, στις αρχές του Ιουνίου.
Η αποκάλυψη του Γερμανού πρέσβη ότι η αιφνιδιαστική επίθεση θα ελάμβανε χώρα στις 22 του μηνός ερμηνεύτηκε από τον Στάλιν ως άλλη μια ενέργεια που ως σκοπό είχε να ασκήσει πίεση στη Μόσχα για να προβεί σε επιπλέον παραχωρήσεις προς τη Γερμανία.
Μέρα με τη μέρα, οι προειδοποιήσεις πλήθαιναν. Στις 20 και 21 Ιουνίου, σοβιετικά στρατεύματα εντόπισαν κινήσεις Γερμανών στρατιωτών και αντάλλαξαν πυρά μαζί τους.
Η αντίδραση του Στάλιν ήταν να διατάξει την αποφυγή επεισοδίων, που θα έδιναν την πρόφαση στη Γερμανία να επιτεθεί. Λίγες μέρες πριν την επίθεση ο Στάλιν επηρεάστηκε και από μια τρίτη θεωρία συνομωσίας.
Πέρα από τις μηχανορραφίες του Τσώρτσιλ να τον εμπλέξει σε μια σύρραξη με τον Χίτλερ και την προσπάθεια του τελευταίου να καλλιεργήσει ένα κλίμα αντιπαράθεσης για να βρίσκεται σε θέση ισχύος ενόψει διμερών διαπραγματεύσεων, η νέα θεωρία συνομωσίας αφορούσε αυτή τη φορά τους στρατηγούς του Χίτλερ.
Ο Στάλιν πίστευε ότι ορισμένοι Γερμανοί στρατηγοί, παρασυρόμενοι από τις επιτυχίες στα άλλα μέτωπα, θα επιδίωκαν μέσω κάποιων προκλητικών επεισοδίων και εν αγνοία του Χίτλερ, να εξαναγκάσουν τη Σοβιετική Ένωση να πολεμήσει.
Η παραπάνω πεποίθηση ήταν καθοριστική στην απόφαση του Στάλιν να μη θέσει σε ετοιμότητα τον στρατό. Τις τελευταίες μέρες, οι προειδοποιήσεις είχαν αυξηθεί και ενώ το επιτελείο πρότεινε κινητοποίηση ορισμένων δυνάμεων, ο Στάλιν διαφώνησε, αρνούμενος να πέσει στην παγίδα των Γερμανών στρατηγών και να τους προσφέρει την αφορμή για επίθεση.
Τέτοια ήταν η βεβαιότητα του Στάλιν, ώστε ώρες μετά την έναρξη της γερμανικής επίθεσης, εξακολουθούσε να επιδιώκει την επικοινωνία με το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών για την διευθέτηση της κρίσης και τη μεσολάβηση της Ιαπωνίας.
Η τελευταία ευκαιρία δόθηκε στον Στάλιν την παραμονή της επίθεσης από έναν Γερμανό στρατιώτη που αυτομόλησε στους Σοβιετικούς και τους ενημέρωσε για την επικείμενη επίθεση. Η προειδοποίησή του, έστω και την ύστατη ώρα, ήταν πολύτιμη, αλλά ο Στάλιν είχε διαφορετική γνώμη και διέταξε την εκτέλεσή του με την κατηγορία της παραπληροφόρησης.
Οι παραπάνω προειδοποιήσεις, αλλά και άλλες ενέργειες, όπως αναγνωριστικές πτήσεις γερμανικών αεροσκαφών, μετακινήσεις ορισμένων μονάδων στα σύνορα, κάψιμο των γερμανικών αρχείων της πρεσβείας και εκκένωσή της, δεν δημιούργησαν την αναμενόμενη αντίληψη απειλής στον Στάλιν.
Στοιχεία, όπως η μετακίνηση ορισμένων μεραρχιών στη Πολωνία, η δήλωση του Χίτλερ στον Πρίγκιπα Παύλο της Γιουγκοσλαβίας ότι η επίθεση θα γινόταν στα μέσα Ιουνίου και η απόφαση του Γερμανικού Επιτελείου να αποστείλει χιλιάδες χάρτες των Βαλτικών χωρών στο ανατολικό μέτωπο, δεν μετέπεισαν τον Στάλιν.
Ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης εξακολουθούσε να πιστεύει μέχρι και την τελευταία στιγμή ότι ο Χίτλερ ουσιαστικά μπλόφαρε, ότι προσπαθούσε βασικά να τον σύρει σε διαπραγματεύσεις και ότι έπρεπε να αποφύγει οποιαδήποτε (αμυντική – προπαρασκευαστική) ενέργεια που προσέφερε το πρόσχημα για μια γερμανική επίθεση. Στην παραπάνω εικόνα συνέβαλαν και μια σειρά από ενέργειες εξαπάτησης από την πλευρά των Γερμανών.
Οι παραπλανητικές επιχειρήσεις των Γερμανών
Οι πραγματικές προθέσεις του Χίτλερ για τη Σοβιετική Ένωση είχαν φανεί από το σύγγραμμά του «Ο Αγών μου». Στο βιβλίο αυτό δεν έκρυψε ποτέ το μίσος του για τους Μπολσεβίκους και τους Σλάβους, τους οποίους θεωρούσε υπάνθρωπους και τις βλέψεις του για την απόκτηση ζωτικού χώρου.
Η προοπτική διεξαγωγής πολεμικών επιχειρήσεων σε δύο μέτωπα, όχι μόνο δεν απέτρεψε τα σχέδια του Χίτλερ, αλλά μάλλον εξυπηρέτησε τα παραπλανητικά σχέδιά του. Ο Χίτλερ εκμεταλλεύτηκε τις επιχειρήσεις που διεξήγοντο στο δυτικό μέτωπο, προκειμένου να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες εξαπάτησης στο ανατολικό μέτωπο.
Πιο συγκεκριμένα, η αιτιολόγηση μιας σειράς στρατιωτικών προπαρασκευαστικών κινήσεων από την πλευρά των Γερμανών στην Ανατολική Ευρώπη, που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα προκαλούσαν την προσοχή και αντίδραση των Σοβιετικών, δικαιολογήθηκαν ως ενέργειες που αποσκοπούσαν να παραπλανήσουν τους Βρετανούς, ενόψει της επικείμενης απόβασης των Γερμανών στη Μεγάλη Βρετανία (Επιχείρηση «Θαλάσσιος Λέων»).
Τον Οκτώβριο του 1940, οι γερμανικές μεραρχίες στην Ανατολική Ευρώπη αυξήθηκαν από 5 σε 33, με την πρόφαση ότι οι ηλικιωμένοι Γερμανοί στρατιώτες έπρεπε να αντικατασταθούν με νεότερους.
Όταν η ανάπτυξη των γερμανικών δυνάμεων αυξήθηκε τους επόμενους μήνες και ανήσυχε τον Στάλιν, ο Χίτλερ έσπευσε να τον καθησυχάσει εξηγώντας του ότι η μεταφορά των γερμανικών στρατευμάτων στην Ανατολική Ευρώπη γινόταν, γιατί μόνο εκεί μπορούσαν να εκπαιδευτούν και να ανασυνταχθούν οι γερμανικές δυνάμεις με ασφάλεια, μακριά από την Βρετανική Πολεμική Αεροπορία.
Η μετακίνηση των γερμανικών στρατευμάτων προς τα ανατολικά λειτουργούσε ουσιαστικά ως μια διπλή μπλόφα. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Φύρερ, η παρουσία ισχυρών γερμανικών δυνάμεων τόσο μακριά από το δυτικό μέτωπο θα εξαπατούσε (δήθεν) τους Βρετανούς (πείθοντάς τους ότι η Επιχείρηση «Θαλάσσιος Λέων» εγκαταλείφθηκε), ενώ παράλληλα θα έπειθε τον Στάλιν για το ακριβώς αντίθετο.
Οι δυσκολίες του Μουσολίνι να κατακτήσει την Ελλάδα προσέφεραν άλλη μια πρόφαση για αποστολή επιπλέον δυνάμεων στην Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Την άνοιξη του 1941, μια σειρά από γερμανικές επιχειρήσεις σκόπευαν να πείσουν τον Στάλιν για την βεβαιότητα της απόβασης στη Μεγάλη Βρετανία.
Οι προετοιμασίες γερμανικών δυνάμεων στη Σκανδιναβία και τη Γαλλία, τον Απρίλιο, και αντίστοιχες ναυτικές επιχειρήσεις ,τον Μάϊο, παρουσιάστηκαν ως προθάλαμος της Επιχείρησης «Θαλάσσιος Λέων».
Η αποστολή γερμανικών δυνάμεων για την κατάληψη της Γιουγκοσλαβίας τον Μάρτιο, η ύπαρξη βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα και η κλιμάκωση των γερμανικών επιχειρήσεων στην Βόρειο Αφρική τον Απρίλιο και τον Μάϊο, έστρεψαν το βλέμμα του Στάλιν μακριά από την ανάπτυξη των γερμανικών δυνάμεων στη Πολωνία.
Η παραπλάνηση, όμως, δεν στόχευε μόνο στους Σοβιετικούς, αλλά και στο εσωτερικό της Γερμανίας και στα στρατεύματα που ευρίσκοντο στο ανατολικό μέτωπο. Ο γερμανικός Τύπος και το ραδιόφωνο είχαν ξεκινήσει μια προπαγάνδα κατά της Βρετανίας, ενώ οι στρατιώτες αξιωματικοί μάθαιναν εντατικά αγγλικά και μελετούσαν πρόσφατους χάρτες της Μεγάλης Βρετανίας.
Η αύξηση των αεροπορικών επιδρομών κατά της Βρετανίας τον Μάϊο, η μετακίνηση 21 μεραρχιών προς το δυτικό μέτωπο και τα οχυρωματικά έργα των Γερμανών στο ανατολικό μέτωπο (έργα που είχαν αμυντικό χαρακτήρα σε περίπτωση σοβιετικής επίθεσης) αποσκοπούσαν στη περαιτέρω παραπλάνηση των Σοβιετικών.
Η στρατηγική εξαπάτησης είχε βασικά δυο πεδία εφαρμογής. Στο κατώτερο επίπεδο οι στόχοι ήταν δύο. Πρώτον, το εσωτερικό μέτωπο, δηλαδή οι ίδιοι οι Γερμανοί έπρεπε, μέσω της προπαγάνδας, να πειστούν για το αναπόφευκτο της σύγκρουσης με τη Βρετανία και δεύτερον η εκλογίκευση της ανάπτυξης των γερμανικών δυνάμεων στην Ανατολική Ευρώπη.
Η επιτυχία στο παραπάνω επίπεδο ήταν μεγάλη, αλλά σε καμμία περίπτωση δεν μπορούσε να αποκρυφτεί η ανάπτυξη 150 μεραρχιών στην Ανατολική Ευρώπη.
Η επιτυχία του όλου εγχειρήματος έγκειται κυρίως στο δεύτερο επίπεδο, όπου ο στόχος δεν ήταν άλλος από τον Στάλιν.
Η παραπλάνηση λειτούργησε άψογα εκεί που πραγματικά κρίθηκε η επιτυχία της Επιχείρησης «Μπαρμπαρόσσα», στο μυαλό του μοναδικού ανθρώπου που αποφάσιζε για τη τύχη της Σοβιετικής Ένωσης.
Η παραπλάνηση του Στάλιν θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αν ο τελευταίος ελάμβανε μια αντικειμενική ανάλυση των γεγονότων από τις μυστικές υπηρεσίες,ή πιο ορθά αν επέτρεπε στις υπηρεσίες αυτές να λειτουργούν περισσότερο ως υπηρεσίες συλλογής και ανάλυσης πληροφοριών και λιγότερο ως μηχανισμός πολιτικής επιβίωσης του ιδίου.
Ο Στάλιν και οι Υπηρεσίες Πληροφοριών
Η Σοβιετική Ένωση διέθετε το 1941 τις καλύτερες υπηρεσίες συλλογής πληροφοριών. Σε αντίθεση με τις αντίστοιχες βρετανικές και ιδίως τις γαλλικές υπηρεσίες που είχαν δεχθεί ισχυρά πλήγματα λόγω του πολέμου, το σοβιετικό δίκτυο πληροφοριών είχε εξαπλωθεί σε όλη την Ευρώπη.
Πιο συγκεκριμένα, ένα δίκτυο κατασκόπων (γνωστό ως «Κόκκινη Ορχήστρα») είχε εξαπλωθεί στη Γερμανία, την Ιταλία, την Ελβετία, την Γαλλία, το Βέλγιο και την Ολλανδία.
Παρά τις έντονες διώξεις του κομμουνιστικού στοιχείου στη Γερμανία, Ρώσοι κατάσκοποι είχαν παρεισφρήσει με επιτυχία σε υψηλόβαθμα κλιμάκια του Γερμανικού Στρατού. Επίσης, σημαντική ήταν η διείσδυση των Σοβιετικών τόσο στη Βρετανία όσο και στην Ιαπωνία.
Όμως τα πλεονεκτήματα του σοβιετικού δικτύου πληροφόρησης, το οποίο χρωστούσε μέρος της επιτυχίας του στην κομμουνιστική ιδεολογία, σταματούν στον τομέα της συλλογής των πληροφοριών και μόνο.
Στους τομείς της ανάλυσης και διασποράς των πληροφοριών υπήρχαν έντονα προβλήματα τόσο στη Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών (NKVD), όσο και στην Στρατιωτική Υπηρεσία Πληροφοριών (GRU), τα οποία ήταν στενά συνδεδεμένα με τη δυσλειτουργική γραφειοκρατική μορφή του συστήματος και τις ιδιόμορφες συνθήκες που είχε επιβάλει ο Στάλιν.
Κάθε αντικειμενική ανάλυση κινδύνευε να αλλοιωθεί από θεωρίες συνομωσίας, ιδεολογικούς δογματισμούς και καπιταλιστικές πλεκτάνες.
Οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Στάλιν την περίοδο 1937-9 απομάκρυναν μια σειρά από πεπειραμένους αναλυτές αφήνοντας ουσιαστικά το βαρύ φορτίο της ανάλυσης των πληροφοριών σε άπειρους και τρομοκρατημένους αξιωματικούς.
Ο Στάλιν φέρει την ευθύνη για τη δημιουργία ενός οργανισμού, ο οποίος αντί να του προσφέρει εναλλακτικές ερμηνείες, στην ουσία ενίσχυε τις λανθασμένες πεποιθήσεις του.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η τοποθέτηση του Στρατηγού Κολίκοφ στη θέση του υπεύθυνου της Στρατιωτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών τον Ιούλιο του 1940.
Ο Κολίκοφ ταξινομούσε την πληροφόρηση σε δύο κατηγορίες:
«Αξιόπιστες» και «Όχι Επιβεβαιωμένες», φροντίζοντας πάντοτε οι πληροφορίες που ευρίσκοντο στη πρώτη λίστα να εναρμονίζονται με τις αντιλήψεις του Στάλιν.
Ο Στρατηγός Κολίκοφ, πέρα από το ότι ήταν πιστός υποστηρικτής του Στάλιν, είχε και έναν επιπλέον λόγο να ενεργεί με αυτό το τρόπο, το γεγονός δηλαδη ότι οι επτά προκάτοχοί του είχαν βρει τραγικό θάνατο.
Ο Κολίκοφ όμως δεν ήταν η εξαίρεση. Οι συνάδελφοί του Μερκούλοφ, αρχηγός της Κρατικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, Φίτιν, υπεύθυνος των πληροφοριών των προερχομένων από το εξωτερικό αλλά και οι Στρατηγοί Τιμοσένκο και Ζούκοφ, ακολούθησαν την ίδια πολιτική.
Ως αποτέλεσμα, περιτριγυρισμένος από τέτοιους συνεργάτες, ο Στάλιν έπεφτε διαρκώς θύμα της γερμανικής παραπλάνησης.
Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι ο Στάλιν γνώριζε τις αδυναμίες του συστήματος που ο ίδιος είχε δημιουργήσει, ένα εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι σε πιο βαθμό εμπιστευόταν τις μυστικές υπηρεσίες και κατά πόσο τις θεωρούσε αξιόπιστες.
Η απόφασή του να μην λαμβάνουν καμμία πληροφόρηση σχετικά με τις γερμανικές κινήσεις υψηλόβαθμα στελέχη, όπως οι Στρατηγοί Τιμοσένκο και Ζούκοφ, αλλά και η απαίτησή του να λαμβάνει την πλειοψηφία των πληροφοριών σε ακατέργαστη μορφή, προκειμένου να βγάζει μόνος του ασφαλέστερα συμπεράσματα, δίνουν μια σαφή εικόνα της σχέσης του Στάλιν με τις μυστικές υπηρεσίες.
Παρά τις παραπάνω αδυναμίες του όμως, το σοβιετικό σύστημα πληροφόρησης ήταν σε θέση να παράσχει επαρκή πληροφόρηση στον Στάλιν για την Επιχείρηση «Μπαρμπαρόσσα».
Οι προειδοποιήσεις που ελάμβαναν οι μυστικές υπηρεσίες λίγες μέρες πριν την έναρξη της επιχείρησης ήταν βασισμένες σε αξιόπιστες πηγές και ήταν αρκετές από μόνες τους να αμφισβητήσουν τον δογματισμό του Στάλιν.
Το λογικό ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί δεν προέβη, έστω και προληπτικά, σε κινητοποίηση των σοβιετικών δυνάμεων.
Οι πιθανές απαντήσεις πολλές και οι παρανοήσεις του Στάλιν είναι ακόμα περισσότερες. Η βεβαιότητά του ότι η κρίση σύντομα θα οδηγούσε σε διαπραγματεύσεις, ότι ο Χίτλερ ήταν ορθολογιστής και ότι δεν θα δημιουργούσε και ένα δεύτερο μέτωπο, ότι ο «Κεραυνοβόλος Πόλεμος» δεν θα εφαρμοζόταν στην περίπτωση της Ρωσίας και ότι όλα ήταν μέρος μιας καπιταλιστικής συνομωσίας είναι μερικές μόνο από τις πιθανές ερμηνείες.
Ίσως η Ιστορία να μην μας δώσει ποτέ επαρκή απάντηση στο παραπάνω ερώτημα. Αυτό, όμως, που γνωρίζουμε είναι ότι σε ένα απόλυτα συγκεντρωτικό σύστημα, όπως αυτό της Σοβιετικής Ένωσης επί Στάλιν, μόνο αυτός είχε τη δυνατότητα να αποφασίζει, μόνο αυτός είχε την δυνατότητα να κατευθύνει τις υπηρεσίες πληροφοριών, μόνο αυτός ήταν υπεύθυνος για την εξαπάτησή του.
Οι ευθύνες του στρατιωτικού επιτελείου για την λανθασμένη αξιολόγηση του γερμανικού δόγματος και η ανικανότητα των μυστικών υπηρεσιών να ξεπεράσουν προκαταλήψεις και δογματισμούς, δεν επαρκούν για να εξηγήσουν την αποτυχία των Σοβιετικών.
Η ευθύνη βρίσκεται στον ίδιο τον Στάλιν και στο γεγονός ότι, ενώ είχε το καλύτερο δίκτυο πληροφόρησης, επέλεξε να είναι ο ίδιος αναλυτής των πληροφοριών που ελάμβανε και ήταν κακός αναλυτής.