Η 20ή Ιουλίου 1944 αποτελεί μία από τις πιο καθοριστικές ημερομηνίες στην ιστορία της ναζιστικής Γερμανίας.

Στις 12:42 το μεσημέρι, μια ισχυρή έκρηξη συγκλόνισε τη «Λυκοφωλιά», το στρατηγείο του Αδόλφου Χίτλερ στην Ανατολική Πρωσία.

Πίσω από την απόπειρα βρισκόταν ο συνταγματάρχης Κλάους Σενκ φον Στάουφενμπεργκ, ο οποίος, αν και είχε αρχικά στηρίξει το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απομάκρυνση του Χίτλερ μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με τη δολοφονία του.

Αφού τοποθέτησε τον εκρηκτικό μηχανισμό στην αίθουσα σύσκεψης, ο Στάουφενμπεργκ αποχώρησε πεπεισμένος ότι η αποστολή είχε στεφθεί με επιτυχία.

Παράλληλα, στο Βερολίνο βρισκόταν σε εξέλιξη η «Επιχείρηση Βαλκυρία», ένα σχέδιο που οι συνωμότες είχαν μετατρέψει από μηχανισμό αντιμετώπισης εσωτερικών αναταραχών σε οργανωμένο πραξικόπημα με στόχο την ανατροπή του ναζιστικού καθεστώτος.

Ωστόσο, ο Χίτλερ επέζησε με ελαφρά τραύματα.

Η ανθεκτική κατασκευή του τραπεζιού της αίθουσας και τα ανοιχτά παράθυρα περιόρισαν την ισχύ της έκρηξης, ενώ οι καθυστερήσεις, οι αστοχίες στον συντονισμό και η απροθυμία ορισμένων αξιωματικών να προχωρήσουν μέχρι τέλους οδήγησαν στην κατάρρευση του σχεδίου.

Το ίδιο βράδυ, ο Χίτλερ εμφανίστηκε σε ραδιοφωνικό διάγγελμα, παρουσιάζοντας τη διάσωσή του ως ένδειξη μοίρας, ενώ ο Στάουφενμπεργκ και οι βασικοί συνεργάτες του συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν.

Παρότι η συνωμοσία απέτυχε, εξελίχθηκε σε διαχρονικό σύμβολο της γερμανικής αντίστασης απέναντι στον ναζισμό.

Για δεκαετίες, οι συμμετέχοντες θεωρούνταν προδότες, όμως αργότερα η επίσημη γερμανική πολιτεία αναγνώρισε τη δράση τους, δίνοντας τα ονόματά τους σε δρόμους, σχολεία και στρατιωτικές εγκαταστάσεις.

Παρά την υστεροφημία τους, οι ιστορικοί επισημαίνουν ότι οι πρωτεργάτες της συνωμοσίας δεν υπήρξαν εξαρχής αντίπαλοι του καθεστώτος.

Πολλοί είχαν στηρίξει τις πρώτες στρατιωτικές επιτυχίες του Χίτλερ και στράφηκαν εναντίον του όταν πλέον η ήττα της Γερμανίας φαινόταν αναπόφευκτη.

Επιπλέον, οι περισσότεροι δεν οραματίζονταν μια σύγχρονη φιλελεύθερη δημοκρατία, αλλά ένα αυταρχικό κράτος δικαίου, γεγονός που εξακολουθεί να τροφοδοτεί τη συζήτηση γύρω από τα πραγματικά κίνητρα της «Επιχείρησης Βαλκυρία».