Τις πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου του 1666, το Λονδίνο βρέθηκε αντιμέτωπο με μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές της ιστορίας του. Μια μικρή φωτιά, η οποία ξέσπασε σε έναν φούρνο, μετατράπηκε μέσα σε λίγες ώρες σε πύρινη θύελλα, καταπίνοντας σπίτια, εκκλησίες, αποθήκες και ολόκληρες συνοικίες.

Όταν οι τελευταίες φλόγες έσβησαν, μεγάλο μέρος της μεσαιωνικής πόλης είχε πάψει να υπάρχει.

Η φωτιά που ξεκίνησε από έναν φούρνο

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 2ας Σεπτεμβρίου 1666, φωτιά ξέσπασε στον φούρνο του Τόμας Φάρινερ στην Πούντινγκ Λέιν. Οι φλόγες εξαπλώθηκαν γρήγορα στα γειτονικά σπίτια, τα οποία ήταν κατασκευασμένα κυρίως από ξύλο και βρίσκονταν το ένα σχεδόν κολλημένο στο άλλο.

Το Λονδίνο της εποχής έμοιαζε με παγίδα έτοιμη να εκραγεί. Τα στενά δρομάκια ήταν γεμάτα ξύλινα κτίρια, ενώ στις αποθήκες φυλάσσονταν εύφλεκτα υλικά, όπως λάδι, πίσσα, κάρβουνο και πυρίτιδα. Παράλληλα, ένα ιδιαίτερα ξηρό καλοκαίρι είχε κάνει τις ξύλινες κατασκευές ακόμη πιο ευάλωτες.

Οι αρχές δίστασαν αρχικά να κατεδαφίσουν σπίτια ώστε να δημιουργήσουν αντιπυρικές ζώνες. Η καθυστέρηση αποδείχθηκε μοιραία.

Η 3η Σεπτεμβρίου και η μεγάλη φυγή

Στις 3 Σεπτεμβρίου, η φωτιά είχε πλέον ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Οι ισχυροί άνεμοι έσπρωχναν τις φλόγες προς το κέντρο, ενώ οι κάτοικοι προσπαθούσαν απεγνωσμένα να σώσουν τις οικογένειες και τα υπάρχοντά τους.

Άνθρωποι με κάρα, άλογα και βάρκες εγκατέλειπαν τις φλεγόμενες συνοικίες. Οι δρόμοι πλημμύρισαν από πρόσφυγες, έπιπλα και εμπορεύματα, δυσκολεύοντας ακόμη περισσότερο τις προσπάθειες κατάσβεσης.

Αρκετοί μετέφεραν τα υπάρχοντά τους επανειλημμένα, καθώς οι περιοχές που θεωρούσαν ασφαλείς παραδίδονταν λίγο αργότερα στις φλόγες.

Η φωτιά είχε δημιουργήσει το δικό της ισχυρό ρεύμα αέρα, μεταφέροντας καύτρες πάνω από στέγες και δρόμους. Κανένα μέσο της εποχής δεν μπορούσε να τη σταματήσει.

Η καταστροφικότερη ημέρα

Η 4η Σεπτεμβρίου υπήρξε η χειρότερη ημέρα της καταστροφής. Οι φλόγες πέρασαν πάνω από φυσικά και τεχνητά εμπόδια, κατακαίοντας την εμπορική καρδιά του Λονδίνου.

Το Χρηματιστήριο, το Γκίλντχολ και πολλά δημόσια κτίρια καταστράφηκαν. Ο παλαιός Καθεδρικός Ναός του Αγίου Παύλου, τον οποίο αρκετοί θεωρούσαν ασφαλή λόγω των πέτρινων τοίχων του, παραδόθηκε επίσης στη φωτιά. Η μολυβένια στέγη του έλιωσε και καυτό μέταλλο χύθηκε στους γύρω δρόμους.

Την ίδια στιγμή, οι φλόγες πλησίαζαν τον Πύργο του Λονδίνου, όπου βρίσκονταν μεγάλες ποσότητες πυρίτιδας. Ο κίνδυνος μιας καταστροφικής έκρηξης ήταν τεράστιος. Στρατιώτες και κάτοικοι άρχισαν να ανατινάζουν και να κατεδαφίζουν σπίτια, δημιουργώντας επιτέλους μεγάλες αντιπυρικές ζώνες.

Το τέλος της πύρινης λαίλαπας

Στις 5 Σεπτεμβρίου, ο άνεμος εξασθένησε και οι οργανωμένες κατεδαφίσεις άρχισαν να περιορίζουν τη φωτιά.

Μέχρι τις 6 Σεπτεμβρίου, οι τελευταίες μεγάλες εστίες είχαν τεθεί υπό έλεγχο, αν και τα ερείπια συνέχισαν να καπνίζουν για αρκετές ημέρες.

Ο απολογισμός ήταν συγκλονιστικός. Περισσότερες από 13.000 κατοικίες, 87 εκκλησίες και δεκάδες δημόσια κτίρια είχαν καταστραφεί.

Περίπου 100.000 άνθρωποι έμειναν χωρίς σπίτι.

Ο επίσημος αριθμός των νεκρών παρέμεινε μικρός, αλλά αρκετοί ιστορικοί θεωρούν ότι τα πραγματικά θύματα ήταν περισσότερα, καθώς οι θάνατοι των φτωχότερων κατοίκων συχνά δεν καταγράφονταν.

Μέσα από την καταστροφή γεννήθηκε ένα διαφορετικό Λονδίνο. Οι δρόμοι έγιναν πλατύτεροι, περιορίστηκε η χρήση ξύλου και τα νέα κτίρια κατασκευάστηκαν κυρίως από τούβλο και πέτρα.

Ο Καθεδρικός Ναός του Αγίου Παύλου ξαναχτίστηκε με τα σχέδια του Κρίστοφερ Ρεν και εξελίχθηκε σε παγκόσμιο σύμβολο.

Η Μεγάλη Πυρκαγιά δεν εξαφάνισε μόνο το παλιό Λονδίνο. Άνοιξε τον δρόμο για τη δημιουργία της σύγχρονης βρετανικής πρωτεύουσας.